...πλήρης σαν ξέχειλο φλιτζάνι

«Έφτιαξα το πρωινό μου. Παρακολούθησα τους γλάρους στην άκρη του μόλου να στριφογυρνάνε βουτώντας για τα ψίχουλα που τους πετούσα... Η ομορφιά της γης, της θάλασσας και του αέρα σήμαινε πολλά για μένα. Βρισκόμουν σε αρμονία μαζί τους, διαλυμένη στο σύμπαν, διαχυμένη μέσα του... Ναι, ένιωθα πιο κοντά στους συνανθρώπους μου ακόμη και στη μοναξιά μου. Γιατί δεν είναι η φυσική μοναξιά που μας αποξενώνει, αλλά η πνευματική. Είναι η αγριάδα του μυαλού, η ερημιά της καρδιάς που μέσα τους κανείς χάνεται και αποξενώνεται. Όταν είσαι ξένη του εαυτού σου, τότε αποκόβεσαι κι απ’ τους άλλους. Όταν δεν είσαι σε επαφή με το είναι σου, τότε δεν μπορείς να προσεγγίσεις κανέναν... Μόνο όταν κάποιος αγγίζει το κέντρο του, γίνεται ικανός να πλησιάσει άλλους. Και νομίζω πως ο πυρήνας, η εσωτερική πηγή, μπορεί να ξαναβρεθεί σε στιγμές μοναχικής συγκέντρωσης». Είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο Δώρα του Βυθού. Η συγγραφέας του, Αν Μόροου Λίντμπεργκ, μεταφέρει εδώ τον τρόπο που βίωσε τις ολιγοήμερες, μοναχικές διακοπές της σε ένα ταπεινό καλυβάκι, χιλιόμετρα μακριά από την πολυτελή κατοικία της, την πολυάριθμη οικογένειά της και την πολυάσχολη ζωή της. Ήταν εκεί που ανακάλυψε την αξία της επιβράδυνσης, την ανάγκη να μείνεις για λίγο μόνος, σιωπηλός. Διάβασα αυτό το βιβλίο μέσα στην καρδιά του χειμώνα και ένιωσα από τις πρώτες κιόλας σελίδες «πλήρης σαν ξέχειλο φλιτζάνι». Είναι ένα μαγικό κείμενο, από αυτά που έρχονται και σε βρίσκουν όταν η ώρα είναι στρογγυλή και εσύ ανοιχτή να βυθιστείς στην αλήθεια του άλλου και να ταυτιστείς. Να ακούσεις τον ήχο της σιωπής ανάμεσα στις λέξεις, τις παύσεις, τα κόμματα, τις άνω τελείες, σε φράσεις που δεν θα ξεχάσεις. Τη σιωπή η οποία σε ευεργετεί και γιατρεύει τις εκδορές που σου αφήνει μια ζωή με έντονους ρυθμούς, υποχρεώσεις και στρες. Μόνο μέσα σε αυτή τη σιωπή «μπορείς να δεις τον κόσμο καθαρότερα και να τον αγαπήσεις βαθύτερα», είπε ο Λέοναρντ Κοέν, εξηγώντας στον συγγραφέα Πίκο Άγιερ γιατί μια μέρα τα παράτησε όλα και έζησε σε ένα βουνό, σαν βουδιστής μοναχός για έξι ολόκληρα χρόνια.

«Ζούμε σε έναν κόσμο κολλημένο στη γρήγορη κίνηση, με εμμονή στην ταχύτητα. Προσπαθούμε να στριμώξουμε όσα περισσότερα μπορούμε σε όλο και λιγότερο χρόνο. Κάθε στιγμή της μέρας μοιάζει να είναι ένας αγώνας δρόμου με το ρολόι. Έχουμε εμποτιστεί τόσο πολύ στην κουλτούρα της επιτάχυνσης, που αδυνατούμε να συνειδητοποιήσουμε τη ζημιά που μας προκαλεί αυτή η ζωή-σίφουνας», λέει ο δημοσιογράφος Καρλ Ονορέ, στην ομιλία του Έπαινος για τη Βραδύτητα. Και μερικές φορές χρειάζεται μια κλήση αφύπνισης για να δούμε ότι τρέχουμε τις ζωές μας, δεν τις ζούμε, ότι έχουμε ακολουθήσει τη γρήγορη ζωή αντί για την καλή ζωή. Για μερικούς ανθρώπους αυτή η αφύπνιση παίρνει τη μορφή της ασθένειας. Το άτομο καταρρέει γιατί το σώμα φωνάζει «δεν αντέχω άλλο». Αν μας συμβεί κάτι τέτοιο, χωρίς δραματικές συνέπειες, μόνο σαν δώρο μπορούμε να το δούμε. «Η αρρώστια, κυρίως η οξεία νόσος, μπορεί να αποβεί μια πολύ διδακτική εμπειρία και μεγάλη ευκαιρία να μάθουμε να ακούμε και να ερμηνεύουμε τα διάφορα προειδοποιητικά και προστατευτικά μηνύματα (συμπτώματα) που μας στέλνει ο οργανισμός μας, να συνειδητοποιήσουμε τις βαθύτερες ανάγκες του εαυτού μας, να επανοριοθετήσουμε και να αναθεωρήσουμε ριζικά τη στάση μας απέναντι στη ζωή, ούτως ώστε να μη χρειάζεται να ”αρρωσταίνουμε για να γιατρευόμαστε”. Η αποδοχή της ασθένειας είναι μέρος της ευρύτερης αποδοχής του εαυτού μας και αφορμή για μια θετική, διανοητική μετακίνηση, που μπορεί να οδηγήσει στη μεταμόρφωση ολόκληρης της προσωπικότητας και μέσω αυτής στην ίαση». Αυτά γράφει ο γιατρός Αντώνης Λαγγουράνης στο εξαιρετικό βιβλίο του Ποιος Μπορεί να μας Γιατρέψει.

Ο Κοέν ένιωσε να αρρωσταίνει η ψυχή του και προτίμησε να μυηθεί στην τέχνη της σιωπής και να βιώσει την ηρεμία από το να αφήσει να αρρωστήσει και το σώμα του. Η Λίντμπεργκ «πνίγηκε» στις υποχρεώσεις και πριν αυτές την «καταπιούν», έφυγε για να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της. Στο μαγικό και ταξιδιάρικο βιβλίο του Η Τέχνη της Ηρεμίας, ο Πίκο Άγιερ μιλά για τη θεραπευτική δύναμη που έχει το Πουθενά, δηλαδή η ψυχική και πνευματική κατάσταση που βιώνουμε όταν το μυαλό ηρεμεί και σιωπά. Και για να το βιώσουμε δεν χρειάζεται να φύγουμε μακριά. Το Πουθενά, λέει, πρέπει να γίνει κάποιο μέρος που θα επισκεπτόμαστε στα κενά της ζωής μας, κάνοντας καθημερινό τζόγκινγκ ή με το να καθόμαστε απλά για μισή ώρα ήσυχα κάθε πρωί. Ή να τακτοποιούμε το πρωί τα λουλούδια στο βάζο, όπως λέει η Αν Μόροου Λίντμπεργκ. Ακόμη κι αυτό μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ηρεμίας σε μια υπερβολικά φορτωμένη μέρα - σαν να γράφεις ένα ποίημα ή να λες μια προσευχή. Σημασία έχει να είσαι για κάποια ώρα στραμμένη μέσα σου.

«Στην εποχή της ταχύτητας, τίποτα δεν είναι πιο αναζωογονητικό από το να κινείσαι αργά. Στην εποχή της διάσπασης της προσοχής, τίποτα δεν μπορείς να νιώσεις ως πιο πολύτιμο από το να εστιάζεις κάπου την προσοχή σου. Και στην εποχή της συνεχούς κίνησης, τίποτα δεν είναι πιο επείγον από το να κάθεσαι ακίνητος. Μπορεί να πας διακοπές στο Παρίσι, τη Χαβάη, τη Νέα Ορλεάνη και να περάσεις καταπληκτικά», λέει ο Πίκο Άγιερ. «Όμως αν θέλεις να γυρίσεις πίσω και να νιώθεις νέος, γεμάτος ζωντάνια, νέες ελπίδες και ερωτευμένος με τον κόσμο, νομίζω ότι το μέρος που πρέπει να επισκεφτείς είναι το Πουθενά».

Φλώρα Τζηµάκα
ftzimaka@alphamag.gr

YΓ. Αφιερωμένο στις φίλες μου, παλιές & νέες, που προσπαθούν να διατηρήσουν ακέραιο τον πυρήνα τους.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

facebook twitter Instagram