"Το μισθολογικό χάσμα, δηλαδή η διαφορά μεταξύ μέσου ανδρικού και μέσου γυναικείου μισθού, είναι σήμερα στην Ελλάδα 13,6%, πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 12%. Έχει μάλιστα αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, εφόσον το 2018 ανερχόταν στο 10,4%. Το χάσμα αυξάνεται με την ηλικία: από 6% στα άτομα 25-34 ετών φτάνει το 19% στις ηλικίες 55-64 ετών. Όμως, στους νέους κάτω των 25, οι άντρες έχουν 4,4% χαμηλότερες αμοιβές από τις γυναίκες. Το μεγαλύτερο χάσμα εμφανίζουν οι κλάδοι της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών και το δεύτερο μεγαλύτερο ο χρηματοπιστωτικός τομέας (τράπεζες-ασφαλιστικές εταιρείες). Μάλιστα, ως χώρα κατέχουμε μια αρνητική πρωτιά: η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το μεγαλύτερο χάσμα απασχόλησης μεταξύ των δύο φύλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δυσκολία πρόσβασης στην εργασία αφορά περισσότερο τις γυναίκες με χαμηλό ή μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο. Έχει να κάνει με τον ρυθμό δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία, τις διακρίσεις κατά των γυναικών στις προσλήψεις λόγω (πιθανής) μητρότητας και στα μακρά και ευέλικτα ωράρια που επικρατούν στον ιδιωτικό τομέα. Εκτεταμένη χρήση υπερωριών, εξαήμερη απασχόληση και εργασία τις Κυριακές, υπερωρίες στη μερική και την εκ περιτροπής εργασία, διακεκομμένα ωράρια κ.λπ., και μάλιστα με μονομερείς αποφάσεις του εργοδότη, δεν ευνοούν τις εργαζόμενες μητέρες, παρόλο που οι νόμιμες γονικές άδειες και η πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς έχουν βελτιωθεί πολύ. Η γεφύρωση του έμφυλου χάσματος στην εργασία προϋποθέτει να αρθούν όλα τα αντικίνητρα και να εφαρμοστούν κατάλληλες πολιτικές σε αυτά τα πεδία.
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, η Ελλάδα έως τον Ιούνιο του 2026 αναμένεται να ενσωματώσει πλήρως την Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Μισθολογική Διαφάνεια. Αυτό σημαίνει πως κατά τη δημοσιευμένη προκήρυξη/αναγγελία κενής θέσης ή πριν από τη συνέντευξη, οι εργοδότες θα υποχρεούνται να παρέχουν στους αναζητούντες εργασία πληροφορίες για την αρχική αμοιβή ή το εύρος αμοιβών που προσφέρουν. Οι επιχειρήσεις με 50 άτομα και πάνω οφείλουν να καθιστούν εύκολα προσβάσιμα στους εργαζομένους τους τα κριτήρια που χρησιμοποιούν για να καθορίζουν τα επίπεδα αμοιβής και τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων. Η εφαρμογή της Οδηγίας απαιτεί αξιόπιστο και αποτελεσματικό ελεγκτικό μηχανισμό. Αν κρίνουμε από την υποστελεχωμένη Επιθεώρηση Εργασίας και από το ότι, βάσει της Οδηγίας, μόνο οι επιχειρήσεις με 100 εργαζόμενους και πάνω, οι οποίες είναι λίγες στη χώρα μας, θα έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στοιχεία στους εργαζόμενους, τους εκπροσώπους τους και το κράτος, τότε είναι φανερό ότι η κυβέρνηση θα κριθεί από τους ανθρώπινους και χρηματοδοτικούς πόρους που θα διαθέσει για τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού".