Η μητρότητα στον κινηματογράφο, όπως και στο σύνολο της pop culture, σπάνια παρουσιάζεται ως ουδέτερη εμπειρία. Είτε εξιδανικεύεται -κάτι που συνέβαινε πολύ περισσότερο στο παρελθόν- είτε παθολογικοποιείται και σχεδόν ποτέ δεν αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι: μια εγγενώς απαιτητική εμπειρία. Πολύ συχνά, αυτές οι απαιτήσεις της μητρότητας μεταφράζονται μονομερώς ως τραύμα. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η μητρότητα είναι τραυματική, αλλά πώς το τραύμα χρησιμοποιείται για να συγκροτήσει την εικόνα της μητέρας.
ΑΠΟΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Οι ταινίες Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα, Πέθανε Αγάπη Μου και Άμνετ κινούνται γύρω από τον ίδιο -απόδιαφορετικές αποστάσεις η καθεμία- άξονα: τη μητέρα ως υποκείμενο σε κρίση. Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι αναγνωρίζουν τον πόνο -αυτό καλώς το κάνουν- αλλά ο τρόπος με τον οποίο τον μετατρέπουν σε αφήγημα ξεκομμένο από τις σωματικές, κοινωνικές, οικονομικές πιέσεις που ασκούνται σε μια μητέρα. Καμία από τις παραπάνω ταινίες δεν είχε πρόθεση να το κάνει αυτό. Στην πραγματικότητα οι δημιουργοί τους πιστεύουν ότι έκαναν το αντίθετο. Όταν όμως το τραύμα είναι το κύριο μέσο για να αποτυπώσεις μια εμπειρία, τότε αυτό παίρνει την κηδεμονία του αφηγήματος. Ίσως όλα αυτά γίνουν πιο ξεκάθαρα αν ανατρέξουμε στη φεμινιστική θεωρία. Η φροντίδα, όπως έχει επισημανθεί από φεμινίστριες θεωρητικούς της αναπαραγωγικής εργασίας, είναι εξ ορισμού σωματικά και συναισθηματικά απαιτητική, ατέρμονη και κοινωνικά υποτιμημένη. Με άλλα λόγια, η μητρότητα δεν γίνεται τραυματική επειδή κάτι "πάει στραβά"αλλά επειδή απαιτεί συνεχή εγρήγορση, διαθεσιμότητα και αυτοακύρωση. Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάτι επιπλέον τραυματικό για να καταρρεύσει μια γυναίκα που μόλις έκανε παιδί ή σε οποιαδήποτε στιγμή στο μεγάλωμά του.

Στο Πέθανε Αγάπη Μου της Lynne Ramsay, η μητρότητα σχεδόν ταυτίζεται με την ψυχική κατάρρευση. Η ηρωίδα παρουσιάζει εκρήξεις θυμού, σεξουαλικότητας και αυτοκαταστροφής. Είναι εμφανής η αγωνία της σκηνοθέτριας να δείξει μια εναλλακτική, πιο σκοτεινή αναπαράσταση μιας γυναίκας που μόλις γέννησε. Στο ομώνυμο βιβλίο της Ariana Harwicz στο οποίο βασίστηκε το σενάριο, το βασικό χαρακτηριστικό της ηρωίδας είναι η σεξουαλική επιθυμία. Μέσα σε μια λογοτεχνική φόρμα με έντονα στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και θρίλερ, η ατμόσφαιρα ξεπερνάει την αίσθηση της αγωνίας. Μια γυναίκα παραδομένη στην ερωτική επιθυμία της μια γυναίκα που βάζει αυτή την ορμή της πιο πάνω από το νεογέννητο παιδί της, αλλά και τον γάμο της, μοιάζει τρομακτική και ξένη γιατί αυτή η γυναίκα είναι ελεύθερη. Η ιστορία μεταφέρθηκε στο σινεμά αποστραγγισμένη από αυτή την ελευθερία, τους συμβολισμούς, τις αρετές της φόρμας του μαγικού ρεα λισμού για να μας αφήσει μια γυναίκα ασταθή. Η εγγενής απαιτητικότητα της μητρότητας εξαφανίζεται και στη θέση της εμφανίζεται μια αφήγηση ψυχολογικής κατάρρευσης αφρόντιστης και αστήριχτης. Το αποτέλεσμα είναι η αναπαραγωγή του στερεότυπου της μητέρας που δεν αντέχει αντί μιας κριτικής στις συνθήκες που καθιστούν τη μητρότητα δύσκολη έως και αφόρητη.

ΣΩΜΑ ΣΕ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΕ ΣΙΩΠΗ
Το Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα, από την άλλη, μεταφέρει την εμπειρία της μητρότητας μέσα από μια αισθητηριακή υπερφόρτωση. Η κάμερα της Mary Bronstein, ο ήχος και ο ρυθμός λειτουργούν όχι για να "εξηγήσουν" τη μητέρα, αλλά για να εγκλωβίσουν τον θεατή σε μια τραυματική συνθήκη. Η μάνα ενός κοριτσιού με σοβαρό πρόβλημα υγείας βρίσκεται σε μόνιμη κατάσταση συναγερμού, χωρίς καμία δυνατότητα ανάπαυσης, χωρίς την υποστήριξη του συντρόφου της ή του εργασιακού της περιβάλλοντος. Αυτή η αναπαράσταση είναι σημαντική, διότι αποτυπώνει από τη μία τη μητρότητα ως μια ιδιαίτερα απαιτητική και χωρίς διακοπή εμπειρία και την κρατά συνδεδεμένη με το περιβάλλον της, από την άλλη, όμως, η προσθήκη ενός παιδιού που χρειάζεται ειδική φροντίδα, και πάλι δημιουργεί ένα πλαίσιο για να αποκτήσει η εμπειρία περισσότερο δράμα - η επιμονή στην ανάγκη να είναι η μητέρα πάντα διαθέσιμη θα αρκούσε. Αυτό που μένει, τελικά, στην επιφάνεια είναι το τραύμα, κυρίως για να μπορέσει η ταινία να αποκτήσει κινηματογραφική ψυχαγωγική αξία. Τι χάνεται; Το κοινωνικό βάθος. Το αποτέλεσμα; Η εξάντληση γίνεται θέαμα. Η μητρότητα περιορίζεται σε μια εικόνα συνεχούς κατάρρευσης σαν να μην υπάρχει άλλος τρόπος να αποτυπωθεί στην οθόνη. Στο κέντρο του επίσης πολυζητημένου Άμνετ της Chloé Zhao βρίσκεται και πάλι μια μητέρα. Εδώ η Agnes -την υποδύεται η Jessie Buckley αποδεικνύοντας ακόμα μια φορά το ταλέντο της- δεν αποτυγχάνει ως μητέρα. Χάνει το παιδί της. Η μητρότητα είναι κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αυτή η μητέρα δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο. Αποσύρεται, αποσυνδέεται, ζει σε έναν χρόνο που έχει σταματήσει. Σχεδόν χάνεται μαζί του. Εγκλωβίζεται ανάμεσα στο "να ζει κανείς ή να μη ζει" και σχεδόν αγιοποιείται μέσω της απώλειας. Ακόμα μια μητέρα που πρέπει να υποφέρει για να νομιμοποιηθεί αφηγηματικά και, φυσικά, να συγκινήσει.

Κοιτώντας πιο προσεκτικά, μια περίπτωση μητρότητας υπάρχει μαζί με όλα τα άλλα και στο φιλμ του Paul Thomas Anderson Η μία Μάχη μετά την Άλλη, την κατά πολλούς καλύτερη ταινία της χρονιάς. Σε μια σκηνή στην αρχή της ιστορίας, η ηρωίδα Perfidia εμφανίζεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη να πυροβολεί στηρίζοντας το όπλο στην κοιλιά της. Η ηρωίδα του Paul Thomas Anderson εδώ δεν επιτρέπει στην ταυτότητα της μητρότητας να εξοντώσει τις υπόλοιπες ταυτότητές της, ακόμη και αν αυτό την οδηγεί να εγκαταλείψει την κόρη της. Εδώ η ηρωίδα γίνεται η απούσα μητέρα. Αν έλειπε ένα ίσως εκβιαστικό συναισθηματικό στιγμιότυπο λίγο πριν το τέλος, θα ήταν μια εξ ολοκλήρου γενναία αναπαράσταση της μητρότητας. Όχι μιας γενναίας μητέρας. Η Perfidia δεν είναι γενναία. Η μητρότητα είναι απλώς μία από τις μάχες που δίνει, τη μία μετά την άλλη: την αυτοεπιβαλλόμενη αποστολή της να αλλάξει τον κόσμο, την ακτιβιστική της δράση, την προσωπική της ελευθερία, τη συνέπεια, τη σεξουαλικότητά της, τη γοητεία που της ασκεί η εξουσία. Η μητρότητα σε αυτή την περίπτωση απεικονίζεται ως μια συνεχής, αντιφατική, πολύπλοκη διαπραγμάτευση όχι μόνο ανάμεσα σε μητέρα και παιδί, αλλά και ανάμεσα στη γυναίκα και την κοινωνία, το ζευγάρι, την κοινότητα. Αφήνεται να αναπτυχθεί, αν θελήσει να το δει κανείς έτσι, ως ένας ανοιχτός χώρος δημιουργίας ταυτότητας χωρίς ηθική υποχρέωση, ως μια σύνθετη, ζωντανή εμπειρία που ανήκει στη γυναίκα και μόνο.

Γιατί αυτό χρειαζόμαστε. Αφηγήμα τα μητρότητας που δεν έχουν καλές ή κακές μητέρες που σπάνε, αλλά μητέρες που καλούνται να αντέξουν κάποιες φορές ακόμα και το αδύνατο. Το ζητούμενο δεν είναι να "εξαγνιστεί" ή να "σκοτεινιάσει" το αφήγημα της μητρότητας, αλλά να αναγνωριστεί ως μια εγγενώς φθαρτική εμπειρία, καθ' όλα τοποθετημένη στο επίκεντρο ενός κοινωνικού, πολιτικού και προσωπικού διαλόγου για το φύλο, την ισότητα και την αυτονομία. Μια κακή μαμά δεν είναι μια ατομική αποτυχία και δεν πρέπει να απογυμνώνεται από τη συλλογική και τη συνολική της διάσταση: την εξάντληση, την έλλειψη υποστήριξης, τη βία των έμφυλων προσδοκιών. Αντίθετα, είναι απαραίτητο να δούμε τη μητρότητα όχι ως κρίση χαρακτήρα, αλλά ως εμπειρία που διαμορφώνεται μέσα σε πολύπλοκες συνθήκες φροντίδας, ευθύνης, προσφοράς, απαίτησης και αναγκών, ώστε να μη μένει ο πόνος ως βασικό στοιχείο συγκρότησης της μητρικής ταυτότητας. Να μη χρειάζεται να "ταΐζουμε" τις μητέρες με την απώλεια, την ψυχική κατάρρευση και τη διάλυση για να τους δίνουμε φωνή και πολιτική ορατότητα. Ίσως τότε να προκύψουν πιο... φερέγγυα μητρικά αφηγήματα.
