Δεν έχουν περάσει πολλές ηµέρες από τότε που ολοκληρώσατε τις παραστάσεις του Ρέκβιεµ για το Τέλος του Έρωτα των Γιώργου Κουµεντάκη και Δηµήτρη Παπαϊωάννου. Πώς ήταν η ανάβαση και η κατάβαση µεταξύ ζωής και θανάτου που υπήρχαν στον πυρήνα του έργου;
Η συµπυκνωµένη ενέργεια µεταξύ της απόφασης είτε να ενδώσω στην επιθυµία που µπορεί να µου στερήσει τη ζωή είτε να στερηθώ την επιθυµία µου έχοντας µια ζωή χωρίς νόηµα: αυτό το ενδιάµεσο κενό υπάρχει στον πυρήνα του έργου και αυτό νοµίζω ότι θέλαµε να αναδείξουµε. Το ρήγµα. Ο Δηµήτρης Παπαϊωάννου δηµιούργησε µια παράσταση όχι τόσο θεωρητική ή νοηµατική, αλλά κυρίως αισθητηριακή. Στόχος του ήταν το κοινό να βιώσει και να αισθανθεί. Ως µέρος αυτής της παράστασης, ξεκινήσαµε πριν από καιρό ψηλαφώντας τα πάντα, µε αναζήτηση και αίσθηση ελευθερίας. Έπρεπε να βρούµε τα σώµατά µας σε σχέση µε το σκηνικό, να αναµετρηθούµε µε αυτά, µε τις αντοχές τους, να δούµε πώς θα ανταποκριθούµε στην πτώση. Όλο αυτό χρειάστηκε ένα µεγάλο χρονικό διάστηµα µέχρι να µπει σε ένα συγκεκριµένο πλαίσιο και να δουλευτεί στη λεπτοµέρεια.
Στην καρδιά της παράστασης υπήρχε από το πρώτο ανέβασµα του έργου ο φόβος και το στίγµα του ΑΙDS που στοίχειωσε µια ολόκληρη γενιά. Πόσο δύσκολο είναι να συνδεθεί κάποιος µε κάτι τόσο σκοτεινό
Αυτό ήταν η καρδιά της, όπως λέτε. Η παράσταση, σε ένα µεγαλύτερο πλαίσιο, έχει να κάνει µε την απώλεια, τον θάνατο και τον θρήνο. Δε χρειάζεται να συνδεθεί κάποιος µε το στίγµα εκείνης της γενιάς. Υπάρχουν τόσες θλιβερές καταστάσεις που συµβαίνουν γύρω µας. Πιο προσωπικές, η µάχη, για παράδειγµα, να ανακαλύψεις ποιος είσαι και να σε αποδεχτείς. Μπορεί αυτό να έχει να κάνει µε ποιον θα ζήσεις, πώς θα ζήσεις, πώς θα εκφραστείς και πώς θα υπάρχεις. Φυσικά η απώλεια: το να χάσεις έναν άνθρωπο από κοντά σου, να τον στερηθείς. Αλλά και πιο συλλογικές όπως ένας πόλεµος ή ένας λιµός. Νοµίζω ότι αρκεί όλο αυτό το ζοφερό που συµβαίνει γύρω µας για να καταφέρει κάποιος να συνδεθεί.

Η παράσταση είχε µια πρωτοφανή ανταπόκριση από το κοινό όχι µόνο από την εµπορική επιτυχία του sold out, αλλά κυρίως από τον τρόπο που µαζικά επέλεξαν οι θεατές να εκφραστούν µετά το τέλος της, κάτι που είχαµε να δούµε καιρό. Εσείς πώς το βιώσατε αυτό;
Το feedback δεν το περιµέναµε, αλλά ούτε µας απασχολούσε. Υπήρξαν πολλές σκέψεις και αντιδράσεις και από δικούς µας ανθρώπους και από το κοινό. Αυτό όµως που ήταν αδιαµφισβήτητο ήταν η ατµόσφαιρα που δηµιουργούνταν στις παραστάσεις. Ήταν τεταµένη και ηλεκτρισµένη, κάτι εξίσου αντιληπτό τόσο από τους θεατές όσο και από τους συντελεστές. Ήταν µια σηµαντική, µαγική θα έλεγα συνάντηση αυτό που συνέβη. 8
Πριν από τη µαύρη, σιδερένια σκάλα στην Εθνική Λυρική Σκηνή, πώς συναντηθήκατε µε το θεατρικό σανίδι;
Γεννήθηκα στην Αθήνα, µεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη και επέστρεψα στην Αθήνα για να σπουδάσω πολιτικός µηχανικός. Στη σχολή έγινα µέλος µιας ερασιτεχνικής, θεατρικής οµάδας. Αυτή ήταν η πρώτη µου επαφή µε το θέατρο. Δεν ήταν το παιδικό µου όνειρο. Μπάλα έπαιζα. Μέσα σε αυτή την οµάδα, όµως, γοητεύτηκα και κατάλαβα ότι ήθελα το θέατρο στη ζωή µου. Με αφορµή αυτή τη δραστηριότητα βρέθηκα να δίνω εξετάσεις και τελικά πέρασα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Βέβαια, µέχρι να φτάσω σήµερα να βιοπορίζοµαι από αυτό το επάγγελµα, έχω κάνει πολλές άλλες δουλειές παράλληλα.
Με τον κινηµατογράφο τα πράγµατα ήρθαν πιο εύκολα. Με το ντεµπούτο σας κερδίσατε το Βραβείο Ά Ανδρικού Ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης µε την ταινία Wishbone.
Πάντα υπήρχε στο µυαλό µου το σινεµά και η αλήθεια είναι ότι η πρώτη φορά πήγε πολύ καλά. Προέκυψε εντελώς τυχαία. Ήταν µια ολότελα πρωτόγνωρη εµπειρία. Ήταν όλα καινούρια για εµένα, το σετ, οι άνθρωποι, η υποκριτική µπροστά στην κάµερα. Πήγα διαισθητικά. Οµολογώ ότι η σκηνοθέτρια Πέννυ Παναγιωτοπούλου µε εµπιστεύτηκε, µε εµπιστεύτηκα και εγώ και παρ’ όλη την ανασφάλεια, όλα πήγαν καλύτερα απ’ ό,τι περίµενα. Έκτοτε, το σινεµά έχει πάρει έναν δρόµο και συνυπάρχει µε µεγαλύτερη συνέπεια µε το θέατρο και χαίροµαι πολύ γι' αυτό.

Σας είδαμε και στην ταινία Τελευταία Κλήση η οποία βασίζεται στην υπόθεση οµηρίας του Σορίν Ματέι.
Ναι, από την παρουσία µου εκεί θα κρατήσω την εµπειρία της συνεργασίας µε έναν σκηνοθέτη που, ενώ οι ανάγκες του έργου, ως πραγµατική ιστορία, ήταν πολύ απαιτητικές, εκείνος ήθελε να πετύχει µια ιδιαίτερα τεταµένη ατµόσφαιρα. Φρόντισε για την κατάλληλη προετοιµασία και κατάφερε να καλλιεργήσει στα γυρίσµατα την ασφάλεια, την ηρεµία και ένα κλίµα χωρίς εντάσεις, µε σεβασµό στον τρόπο και στον χρόνο που χρειαζόντουσαν οι ηθοποιοί για να δουλέψουν.
Από τη θέση του ομήρου, τον ρόλο που είχατε στην ταινία, πώς είδατε τον βασικό ήρωα; Ήταν το απόλυτο κακό; Ήταν κι αυτός ένας όμηρος;
Αιχμάλωτος στη δική του πραγματικότητα προσπαθεί και αυτός να αποδράσει. Ένας άνθρωπός που ζει στο περιθώριο, ένας μετανάστης, ένας τοξικομανής, παραμελημένος από το κράτος και κατ’ επέκταση από την κοινωνία, που δεν έχει ευκαιρίες ή επιλογές για να επιβιώσει διαφορετικά. Στην ταινία νομίζω αυτό γίνεται αντιληπτό. Η ανθρώπινη πλευρά του είναι εμφανής και ο Ορφέας πιστεύω αποδίδει στον ρόλο αυτή την πτυχή με πολύ ωραίο και ισορροπημένο τρόπο. Ο Νικολάι και όλη η οικογένεια που κρατάει ομήρους γίνονται τα πιόνια και εν τέλει τα θύματα ενός παιχνιδιού μεταξύ της αστυνομίας, του κράτους και του παρακράτους που θυσιάζουν τα πάντα για το κερδίσουν.
Πόσο διαφορετική ήταν η εμπειρία της συμμετοχής σας σε μια ταινία με προδιαγραφές μεγάλης παραγωγής σε σχέση με μια low budget παραγωγή;
Ασχέτως με το μέγεθος της παραγωγής ήταν μια πολύ γενναία προσπάθεια για να γυριστεί μια τέτοια ταινία δράσης, υψηλών ταχυτήτων και ψυχολογικής έντασης. Ήταν πολύ απαιτητικό εγχείρημα που απαιτούσε καλή προετοιμασία, έμφαση στη λεπτομέρεια και αφοσίωση απ’ όλους τους ηθοποιούς και τους συντελεστές και το καταφέραμε και χαίρομαι πολύ γι’αυτό. Σίγουρα μια μεγάλη παραγωγή, αν και δεν αποτελεί κριτήριο επιτυχίας, σου δίνει τον χρόνο και τα μέσα για να γίνουν οι διαδικασίες πιο διαχειρίσιμες και οι δυνατότητες σου να πολλαπλασιστούν. Γι’ αυτό, το σινεμά χρειάζεται την κρατική υποστήριξη για να συνεχίσει να υπάρχει και να ανέβει επίπεδα, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερες προοπτικές και δυνατότητες εξέλιξης.
Η ταινία του Sherif Francis Τελευταία Κλήση πατάει στη φόρµα του κοινωνικού ρεαλισµού. Υπάρχει κάποιο κινηµατογραφικό είδος που σας ενδιαφέρει περισσότερο καλλιτεχνικά;
Όχι, µε ενδιαφέρει το σινεµά από µόνο του. Θέλω να κάνω ωραίες ταινίες. Δεν µε νοιάζει το είδος, αλλά το όραµα του δηµιουργού και ο τρόπος που θα γίνουν. Τον Μάρτιο θα ξεκινήσουµε γυρίσµατα για µια νέα ταινία, την πρώτη µεγάλου µήκους της Σελήνης Παπαγεωργίου.
Το ελληνικό σινεµά βρίσκεται σε µια ιδιαίτερη συνθήκη. Οι επαγγελµατίες της ελληνικής κινηµατογραφικής κοινότητας µέσω της πρωτοβουλίας Σινεµά στην Ελλάδα - Ορατότης Μηδέν έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τον νεοσύστατο κρατικό φορέα ΕΚΚΟΜΕΔ και την προβληµατική, τόσο σε επίπεδο χρηµατοδότησης όσο και στελέχωσης, λειτουργία του. Παρακολουθείτε τις δράσεις τους;
Φυσικά. Είναι απαραίτητο όσοι ασχολούµαστε µε τον κινηµατογράφο και τον πολιτισµό να έχουµε ενηµέρωση και συµµετοχή σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Έχουµε φτάσει σε σηµείο να διακυβεύεται η ύπαρξη της δουλειάς µας και οι συνθήκες µέσα στις οποίες γίνεται. Η πολιτεία οφείλει να ανταποκριθεί για το καλό του πολιτισµού, των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτόν και, συνεπώς, για το καλό της κοινωνίας. Έχω ανάγκη να δηλώνω "παρών" και να παραµένω συνεπής στις συλλογικές διεκδικήσεις, αλλά σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο, στον τρόπο που συσχετίζοµαι µε τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσές µου.
Μόλις κάνατε πρεµιέρα στο Θέατρο Πόρτα µε το έργο Ο Κος Ζυλ, σε σκηνοθεσία Θωµά Μοσχόπουλου.
Ναι, πρόκεται για µια µεταγραφή του έργου Δεσποινίς Τζούλια του Αύγουστου Στρίντµπεργκ όπου αλλάζει ο κεντρικός ήρωας από γυναίκα σε άντρα. Είναι ένα έργο συναισθηµατικών αντιθέσεων και ταξικών συγκρούσεων. Στην ουσία του βρίσκεται το πώς η πατριαρχία, µε τα πρότυπα αρρενωπότητας που επιβάλλει, µπορεί να καταστρέψει και το αντρικό φύλο. Στο κέντρο του έργου υπάρχει η σχέση δύο αντρών. Ο Ζυλ είναι ένας νεαρός αριστοκράτης που κατέχει την εξουσία, αλλά είναι συναισθηµατικά ευάλωτος και ψυχολογικά αδύναµος. Και από την άλλη είναι ο Ζαν, ο υπηρέτης, ο οποίος φαίνεται πιο συγκροτηµένος ως χαρακτήρας αλλά υποτιµηµένος κοινωνικά.

Είστε ο Ζαν. Σωστά;
Ναι, ο Ζαν είναι ένας άνθρωπος που αντιλαµβάνεται σε ποια τάξη ανήκει, την κοινωνική του θέση και ονειρεύεται να το ανατρέψει αυτό. Έχει την επίγνωση της συναισθηµατικής ευαλωτότητας του Ζυλ και εκεί του φανερώνεται µια ευκαιρία. Είναι δυσδιάκριτο αν επιδιώκει την ανατροπή του Ζυλ και την ανέλιξη του ίδιου ή την αποδοχή και την αναγνώριση από αυτόν ως 8 µια µορφή ελευθερίας. Ο Ζαν είναι εγκλωβισµένος σε µια ζωή που έχει µάθει να υπηρετεί τους άλλους και η εξάρτησή του είναι τόσο µεγάλη που του στερεί κάθε δυνατότητα φυγής και ανεξαρτησίας. Φοβάται να αναλάβει την ευθύνη και να ρισκάρει.
Αυτός ο φόβος µάς παραλύει; Η ανάγκη της επιβίωσης, δηλαδή, που κάπως µας στερεί την τόλµη της επιλογής;
Η ανάγκη να επιβιώσεις θα είναι πάντα µεγαλύτερη από οτιδήποτε. Συµβαίνει υποσυνείδητα. Είναι πολύ δύσκολο να σπάσεις τα δεσµά. Θέλει θάρρος. Δεν ξέρω... Δεν είναι εύκολο να πει κάποιος "τα θυσιάζω όλα" για κάτι καλύτερο. Ίσως θα έπρεπε. Είναι µια µεγάλη κουβέντα αυτή.
Ποιο στοιχείο θα θέλατε να είναι πολύ ξεκάθαρο στον ήρωά σας;
Πέρα από την υπέρµετρη φιλοδοξία του, αυτό που εγώ βρίσκω πραγµατικά ενδιαφέρον είναι οι στιγµές που ο αγέρωχος, σίγουρος Ζαν, ο οποίος ελέγχει και οργανώνει τα πάντα γύρω του, διαλύεται µπροστά στην ύπαρξη και την παρουσία του Κόµη, του πατέρα του Ζυλ, ο οποίος συµβολίζει την παραδοσιακή µορφή εξουσίας, την πατριαρχία. Μπροστά της, αυτός ο γεµάτος σιγουριά άντρας µετατρέπεται στο πιο αδύναµο πλάσµα του κόσµου. Είναι εκείνο το σηµείο που δεν µπορεί να ανταποκριθεί στα πρότυπα της πατριαρχίας που του επιβάλλονται ως κοινωνικά κατώτερου. Αυτές οι στιγµές του θέλω να είναι φωτεινές και ξεκάθαρες. Οι στιγµές που διαλύεται, που γίνεται σκόνη του εαυτού του.
Ευαλωτότητα και αρρενωπότητα θεωρούνται και σήµερα ασυµβίβαστες;
Ναι. Δεν έχουµε διώξει την πατριαρχία από πάνω µας. Και σήµερα χρειάζεται δουλειά για να καταφέρει ένας άντρας να είναι τρυφερός, ευάλωτος, γλυκός. Αρχικά πρέπει να αποδεχθείς εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου και µετά να τον αφήσεις να υπάρχει εκεί έξω. Αυτό που σου ζητά να εκπέµπεις το πατριαρχικό πρότυπο είναι δύναµη, εξουσία και αντοχή. Όµως αν πας κόντρα σε αυτό και αφήσεις και τις άλλες πτυχές του εαυτού σου να αναπτυχθούν και να εµφανιστούν, απελευθερώνεσαι. Το να είµαστε τρυφεροί µάς δηµιουργεί ανασφάλεια και αυτή η ανασφάλεια και ο φόβος της ευαλωτότητας τροφοδοτούν συµπεριφορές επιθετικότητας και επιβολής.

Μπορεί να αλλάξει αυτό; Δηλαδή τα αγόρια να απελευθερωθούν από τα δεσµά της υπακοής σε στερεοτυπικά αντρικά χαρακτηριστικά;
Δεν µπορώ να µιλήσω γενικά, µόνο για τον εαυτό µου. Ωστόσο, δεν το βλέπω να συµβαίνει. Εγώ παλεύω προς αυτή την κατεύθυνση και κάνοντάς το παρακολουθώ ότι µόνο έτσι εξισορροπούνται οι σχέσεις και οι δυναµικές. Όταν παραδέχοµαι την ευαλωτότητά µου, η ζωή γίνεται πιο όµορφη και πιο απλή.
Τι άλλο σας δυσκολεύει σήµερα;
Θα ήθελα να µας δω πιο συγκροτηµένους και αλληλέγγυους, αλλά και να µην αποξενωνόµαστε από τους εαυτούς µας. Να µη χάνουµε στιγµές, να µη σπαταλάµε τον χρόνο µας, να είµαστε σε αληθινή επαφή µε τους ανθρώπους και τη φύση.
Και στην υποκριτική πώς φαντάζεστε ότι µπορεί να είναι πιο απλή και όµορφη η ζωή;
Τα πράγµατα µέχρι τώρα συµβαίνουν κάπως όµορφα. Μου αρέσει να γνωρίζω νέους ανθρώπους και προσωπικότητες κάνοντας αυτή τη δουλειά. Έχω γνωρίσει πολλούς που µε έχουν βοηθήσει, µε έχουν εµπνεύσει και διαµορφώσει θα έλεγα. Αυτό που θέλω είναι να είµαι ειλικρινής ως προς τις προθέσεις µου, τον τρόπο µε τον οποίο κάνω αυτή τη δουλειά και να µένω όσο πιο πολύ µπορώ κοντά σ' εµένα. Θέλω να αντιµετωπίσω αυτή τη δουλειά σαν µια ανθρώπινη σχέση. Να µεταλλάσσοµαι µέσα σε αυτή χωρίς να µε αλλοιώνει, αλλά να είµαι συνεχώς σε ανοιχτή επικοινωνία µαζί της. Τι θα προκύψει και τι θα γίνει τελικά, θα φανεί.
Να επιστρέψουµε για λίγο στο έργο. Είναι τοποθετηµένο τη δεκαετία του '30, την εποχή που η αριστοκρατία χάνει τη δύναµη της. Σήµερα, µοιάζει να διανύουµε µια προπολεµική εποχή µε την εξουσία να παρουσιάζεται πιο ισχυρή και πιο ανήσυχη από ποτέ.
Ναι, ο Ζαν στο έργο αντιλαµβάνεται ότι η αριστοκρατία, η παλιά εξουσία δηλαδή, χάνει έδαφος, τη στιγµή που µια άλλη δύναµη, η αστική τάξη ανεβαίνει κοινωνικά. Ο Ζαν την πιάνει την αλλαγή. Μυρίζεται ότι κάτι θα ανατραπεί, ότι κάτι νέο θα ανατείλει και οραµατίζεται να είναι κοµµάτι αυτού. Αν µου ζητάτε να δω κάτι τέτοιο σήµερα, δεν το βλέπω. Και εµείς ζούµε σε µια µεταβατική περίοδο θα έλεγα µε ένα µεγάλο ερωτηµατικό µπροστά. Παρ’ όλα αυτά η εξουσία µού φαίνεται απολύτως εδραιωµένη. Από την άλλη, νοµοτελειακά, τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
*Η ταινία Τελευταία Κλήση θα βγει στις αίθουσες 19/3 από την Tanweer. Το έργο Ο Κος Ζυλ παρουσιάζεται στο Θέατρο Πόρτα.
Φωτογράφος: THANASSIS KRIKIS/10AM
Styling: ΒΙΒΙΑΝ ΡΟΥΒΕΛΑ
Grooming: Σοφία Σαρηγιαννίδου / This is not another agency
Βοηθός φωτογράφου: Έλλη Μπαλατσούρα
Στην κεντρική φωτογραφία ο Γιάννης Καράμπαμπας φοράει T-shirt, COS.
