Αλίκη Ανδρειωμένου: "Με θάρρος ταξιδεύω"

Στο Μπιτσκόμπερ του Αριστοτέλη Μαραγκού, μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς η οποία οδεύει με αυτοπεποίθηση προς τα θερινά σινεμά της πόλης, ξεχωρίσαμε τη νεαρή ηθοποιό και θελήσαμε να μάθουμε για τα όνειρα και τις δικές της θάλασσες.

Αλίκη Ανδρειωμένου: "Με θάρρος ταξιδεύω" ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ
Πρόσθεσε το elle.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

"Μπιτσκόμπερ" λέγονται αυτοί που "ποτέ δεν μπόρεσαν να συνηθίσουν τη θάλασσα. Τους ζαλίζει. Αυτούς τους περιφρονούν και τους αποκαλούν μπιτσκόμπερ".* Ποιοι είναι οι περιφρονημένοι σήμερα; Οι ρομαντικοί, ίσως. Εκείνοι που η κοινωνία τους θεωρεί αφελείς, γιατί νοιάζονται ακόμα για το τι συμβαίνει γύρω τους. Είναι όσοι εξακολουθούν να αισθάνονται και να ονειρεύονται πράγματα που δεν αγοράζονται. Όσοι ακόμα είναι ευγενικοί και κλαίνε για κάτι. Θυμώνουν με την αδικία και κάνουν λάθη. Δεν θέλουν να είναι τέλειοι. Αντιστέκονται ή φεύγουν για κάτι καλύτερο. Περιφρονημένοι είναι όσοι συνεχίζουν να προσπαθούν.

Τι κάνουμε οι πολλοί γι' αυτούς; Η κοινωνία προσπαθεί να τους εντάξει, να τους "σωφρονίσει". Υποθέτω πως τους φοβάται γιατί είναι διαφορετικοί και, σχεδόν μεσαιωνικά, τους απορρίπτει καθώς δεν τους καταλαβαίνει. Η κοινωνική ένταξη δεν είναι τόσο αθώα, μπορεί ο στόχος να είναι ευγενής, αλλά το ζήτημα είναι το κίνητρο και το τι όντως συμβαίνει. Είναι αδιανόητο το πώς αποδεχόμαστε μόνο κάτι που είναι καθ’ ομοίωσιν και, παρ' όλο που έχουμε ανοίξει μια woke ατζέντα, στεκόμαστε με σεβασμό και εγκρίνουμε μόνο ό,τι είναι όμοιό μας. Περιφρονούμε όσα δεν ανήκουν στις αναπαραστάσεις μας. Η πραγματική συμπερίληψη δεν έχει να κάνει με το να αποδεχόμαστε θεωρητικά τους άλλους, αλλά με το πώς θα τους εντάξουμε ουσιαστικά στην κοινωνία. Είναι μια πράξη ισότητας και σεβασμού.

Η ταινία μπορεί να ιδωθεί σαν μια ιστορία αδύνατης διαφυγής ενός άντρα και του πληρωμάτος ενός πλοίου. Τη δική σας ηρωίδα πώς την ορίζετε σε αυτό το σύμπαν; Δεν ξέρω αν είναι μια ιστορία αδύνατης διαφυγής, έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, το πώς και το πόσο διαφορετικά ερμηνεύει τη ματαιότητα μίας διεξόδου. Η Τασία, δεν ξέρω στην πραγματικότητα γιατί δεν μπορεί να φύγει, αφού απ' ό,τι φαίνεται μπορεί να κάνει τα πάντα. Υποθέτω πως περισσότερο αναζητά την αγέλη της παρά την έξοδο. Και νομίζω πως ταυτίζομαι μαζί της. Και εγώ η ίδια δεν ενδιαφέρομαι για τον προορισμό ή το αποτέλεσμα, αλλά για τη διαδρομή. Για το πλήρωμα του Ηλία που βιώνει την ανημποριά του να μην μπορείς να φύγεις, η Τασία είναι ο άνθρωπος-κλειδί, γιατί τους δείχνει τον δρόμο. Μοιράζεται ένα μυστικό μαζί τους, που φωτίζει την πορεία της διαφυγής. Όμως κανένας δεν φεύγει, γιατί σημασία δεν έχει να φύγουν, αλλά να μοιραστούν το όνειρο.

Εσάς τι σας κάλεσε σε αυτή την ταινία και τι σας καλεί στη ζωή σήμερα; Κάθε ταινία είναι ένα κάλεσμα, αν υποθέσουμε ότι, προσπαθώντας να πει κάτι συγκεκριμένο, φτιάχνει κόσμους, ιδέες και ερωτήματα. Είναι επίσης ένα κάλεσμα στη φαντασία και στην κατανόηση του ανθρώπου. Τον καλεί να αισθανθεί και να σκεφτεί. Πιστεύω πως το Μπιτσκόμπερ σε προσκαλεί να προβληματιστείς, αν θέλεις. Σημασία έχει το πόσο ανοιχτός είσαι και αν θέλεις να το κάνεις. Το δικό μου κάλεσμα σε αυτή την ταινία είναι η αντίσταση που προτείνει και ό,τι την περιβάλλει. Η αντίσταση στην ευκολία των καιρών, στους κανόνες που μας έχουν δοθεί, στον τετριμμένο κανόνα να μη λέμε ψέματα, σε εμάς και στους άλλους. Η αντίσταση στις συμβάσεις που μας κρατάνε δέσμιους, στην ψευδαίσθηση ότι αυτά που βιώνουμε είναι αντικειμενικά αληθινά. 

Στον τρόπο που ο Ηλίας (Χρήστος Πασσαλής) παγιδεύεται μέσα στα ψέματά του και στο τέλος έρχεται αντιμέτωπος με αυτά και πρέπει να υποστεί τις συνέπειες όλου εκείνου του κόσμου που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Ωστόσο, πιστεύω πως αυτό που θέλει να επικοινωνήσει η ταινία δεν είναι το αν λες ψέματα ή όχι, αλλά το ότι μέσα από αυτό τον εγκλωβισμό, η φαντασία γίνεται πλοίο για ταξίδια. Και το πόσο σημασία έχουν τελικά αυτά τα ταξίδια. Οι εσωτερικοί προβληματισμοί των χαρακτήρων είναι εκεί.

ALIKI ANDREIWMENOU
ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ

Μέσα σε ένα "αρσενικό ψυχογράφημα", όπως θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει την ταινία, με τι δεν θέλατε να μοιάζει η ηρωίδα σας; Για εμένα η ταινία δεν αποτελεί ένα αντρικό ψυχογράφημα με τη στενή έννοια του όρου, αλλά ένα ψυχογράφημα απελπισμένων ανθρώπων που επιχειρούν να φτάσουν το όνειρο. Και αυτό είναι που, κατά τη γνώμη μου, την κάνει σημαντική. Δεν βλέπω φύλα: άντρες - γυναίκες. Βλέπω τον καθένα ως μοναδικό άνθρωπο. Μέσα σε καθέναν από εμάς υπάρχουν χιλιάδες κόσμοι. Μέσα μας έχουμε ένα φάσμα συναισθημάτων που μπορεί να μας κάνει ευαίσθητους ή σκληρούς, θηλυκούς ή αρσενικούς. Ας αποδεσμεύσουμε, επιτέλους, την προσωπικότητα από τα στερεότυπα του φύλου. Τα μοτίβα που επαναλαμβάνουμε δεν καθορίζονται από το φύλο μας, διαμορφώνονται από την κοινωνία. Το ζήτημα είναι τι θέση παίρνουμε στη συνέχεια. Προσωπικά δεν πιστεύω στην έννοια της φυσικής αρρενωπότητας. Πιστεύω στον φεμινισμό και στην ελευθερία του ατόμου να είναι ο εαυτός του. Δεν θέλω να ζω σε έναν κόσμο που αυτά δεν είναι δεδομένα. Και επιλέγω να μη ζω σε έναν τέτοιο. Δεν σημαίνει πως δεν δίνουμε καθημερινά μια μάχη, αλλά οι άνθρωποι που διαλέγω να είναι κοντά μου, έχουν και εκείνοι βασική τους αξία την ελευθερία, και έτσι τη μάχη αυτή τη δίνουμε παρέα. Με μεγάλωσαν ένας άντρας, ο οποίος τα απογεύματα έφτιαχνε ζύμη στο σαλόνι και μαγείρευε για τις κόρες του, και μια γυναίκα που έχω το επώνυμό της και η οποία, μεγαλώνοντας, μου υπενθύμιζε πως η θηλυκότητα είναι ένας καθημερινός αγώνας και όχι ένα όπλο. Και οι δύο αγωνιούσαν και επέμεναν στο να είμαι ένας ευγενής και αυτάρκης άνθρωπος.

Αυτό που με γοήτευσε όταν διάβασα πρώτη φορά τον ρόλο της Τασίας ήταν ο δυναμισμός και η ανεξαρτησία της. Δεν ήθελα να μοιάζει με έναν χάρτινο χαρακτήρα που τον φυσάς και πέφτει. Θα αποτύγχανα παταγωδώς αν ήταν έτσι. Είναι ένα κορίτσι με κορδέλες στα μαλλιά, που διεκδικεί τον ρόλο της στο παιχνίδι των αντρών και μπαίνει σε αυτό επί ίσοις όροις.

Τι συγκινητικό βρίσκετε σε αυτή την ταινία; Με συγκινεί το αληθινό, το πολυδιάστατο. Βαριέμαι οτιδήποτε είναι επιφανειακό και άδειο. Ίσως έχει να κάνει με το ότι το εφήμερο με κάνει να νιώθω αβεβαιότητα και αστάθεια, δεν με βοηθά να εξελιχθώ και να προχωρήσω, αλλά αντιθέτως, σαν βάρος ή πέπλο, με απομακρύνει από την αλήθεια μου και τους στόχους μου. Ίσως τελικά, αυτό ακριβώς είναι που με συγκινεί στο Μπιτσκόμπερ: η κοινή αίσθηση του κόσμου.

Ο ήρωας στο φιλμ προσπαθεί να φτιάξει ένα καράβι για να βγει στα ανοιχτά. Εσείς έχετε χτίσει "καράβια"; Τα χτίζω κάθε μέρα. Καράβια που ταξιδεύω μέσα τους. Που με πάνε σε τόπους άγνωστους ή που καίγονται, διαλύονται και δεν φτάνουν ποτέ. Οι μέρες που πραγματικά νιώθω ευτυχία και ανακούφιση είναι εκείνες που ειλικρινά αποδέχομαι τη

μετριότητά μου ή την αποτυχία μου και, αφού πάρω τον χρόνο μου, ξεκινάω για το επόμενο ταξίδι. Θα ήθελα να μπορώ να συνεχίσω έτσι. Να θέλω να χτίζω, να μη διαλύομαι και να μη διαλύω αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα, και με θάρρος να ταξιδεύω.

ΑΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΥ
ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ
ΦΟΡΕΜΑ, IOANNA KOURBELA. ΤΣΟΚΕΡ, ΑNKORALIA.

Πώς θα ορίζατε τη δική σας θάλασσα; Είναι φοβερή. Όσο τη θαυμάζω και με ηρεμεί, άλλο τόσο τη φοβάμαι. Όχι εκείνα που δεν έχω συναντήσει πέρα από αυτήν, αλλά εκείνα που με κρατάνε πίσω. Αυτά που μπορεί να εξυπηρετούσαν τον παλιό μου εαυτό, αλλά αν δεν τ’ αφήσω να χαθούν, με κρατάνε σαν βαρίδια πίσω. Μου αρέσει το νέο, το καινοτόμο, το άγνωστο. Η συνήθεια και όλες οι ευκολίες που έχουμε οι άνθρωποι με φοβίζουν. Με τρομάζουν η απληστία, η αχαριστία, το ανικανοποίητο, η κανονικότητα της φρίκης του πολέμου, το "δε βαριέσαι", η βουλιμία με την οποία καταβροχθίζουμε την καθημερινότητά μας, τη ζωή μας την ίδια. Όσα δεν μας αφήνουν να δούμε με μάτια αληθινά. Αυτά φοβάμαι, ναι. Τώρα, αν πρέπει να διασχίσω μια θάλασσα γεμάτη απ’ όλα αυτά για να φτάσω εκεί όπου θα μπορώ να υπάρχω ολόκληρη, θα το κάνω.

Στο Μπιτσκόμπερ υπάρχει επίσης ως "καύσιμο" η πραγματική αγάπη για κάτι, ακόμη και αν αυτή είναι ενάντια στη φύση μας. Είναι αγάπη αυτό; Η αγάπη είναι ανάγκη. Δεν είναι πάντα εύκολη ή απολύτως φυσική. Ναι, μπορεί κάποιος να αγαπά κάτι που τον δυσκολεύει ή τον φοβίζει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αυτό το κάτι είναι ενάντια στη φύση του. Μπορεί η αγάπη να μας αλλάζει και να μας ξεπερνάει. Να ξεπερνά αυτό που ήμασταν πριν. Να είναι μια σύγκρουση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Να έρθει για να μας κάνει καλύτερους. Πιστεύω πως λειτουργεί ως καύσιμο και μας ωθεί να υπερβούμε τα όριά μας και να αλλάξουμε.

ΑΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΙΩΜΕΝΟΥ
ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ
ΝΥΦΙΚΟ, ΙOANNA KOURBEA. ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ, ΑNKORALIA. ΓΟΒΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΤΣΕΣ ΑΠΌ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ.

Η ταινία κυκλοφόρησε μέσα στον χειμώνα, κάπως σιωπηλά, όπως της ταίριαζε, αλλά θα προβληθεί και στα θερινά. Τι εύχεστε να της συμβεί; Πιστεύω πως ό,τι ευχόμουν έγινε. Το μόνο που μένει τώρα είναι να τη δει περισσότερος κόσμος.

Θα μας πείτε πώς γίνατε ηθοποιός; Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο τέχνη: ο πατέρας μου ζωγράφιζε ασταμάτητα, η μητέρα μου είχε σπουδάσει υποκριτική και η γιαγιά μου έγραφε και με νανούριζε με μουσική. Δοκίμασα διάφορα πράγματα. Ξεκίνησα ως φοιτήτρια Κοινωνιολογίας, κατέληξα να σπουδάζω Καλές Τέχνες σε ένα ιδιωτικό κολέγιο, ενώ παράλληλα πλησίαζα δειλά την υποκριτική. Δούλευα ως καλλιτέχνιδα το πρωί και σέρβις το βράδυ, μέχρι που μέσω μιας curator πήρα μέρος σε μια έκθεση στη Νέα Υόρκη, και τελικά εκεί σπούδασα και υποκριτική. Ωστόσο, η ζωγραφική παραμένει κομμάτι της ζωής μου και αυτή την περίοδο ετοιμάζω κάτι νέο.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Αυτές τις μέρες ζωγραφίζω ασταμάτητα, ετοιμάζοντας μια νέα έκθεση. Παράλληλα, προετοιμάζομαι για τη νέα ταινία του Γιώργου Αγγελόγιωργα, το ΖΙΝΝΙΑ.exe, για την οποία ανυπομονώ. Θα ακολουθήσουν ακόμα τρεις κινηματογραφικές δουλειές. Επίσης, έχω ολοκληρώσει τα γυρίσματα για τη νέα ταινία της Ζακλίν Λέντζου και του Νορβηγού σκηνοθέτη Jens Liens. Θεατρικά, την επόμενη σεζόν θα βρίσκομαι στο θέατρο Νέος Ακάδημος μαζί με τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη και τον Χρήστο Σουγάρη. 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ

STYLING: ΕΜΥ ΜΠΑΚΑ

Διαβάστε Επίσης