Έλλη Μπαλατσούρα
Τι συμβαίνει στο σύμπαν της Ειρήνης του Αριστοφάνη στο οποίο θα σας δούμε αυτό το καλοκαίρι, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται ο Νίκος Καραθάνος και ο Φοίβος Δεληβοριάς; Συνήθως, επειδή αυτό το έργο έχει κάποια στοιχεία παραμυθιού, είθισται να ανεβαίνει ως παιδική παράσταση. Θεωρώ, όμως, πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτή η συνύπαρξη του Φοίβου, του Νίκου και του υπόλοιπου θιάσου θα φέρει κάτι σαν σουρεαλιστικό παραμύθι για την Ειρήνη. Θα μας απαντήσει τι σημαίνει αυτή η έννοια, τι ψάχνουμε σε αυτήν και μετά, όταν τελικά τη βρούμε, τι την κάνουμε. Οι πρόβες και το κείμενο βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Ο Φοίβος, ο οποίος γράφει τα κείμενα, έχει δημιουργήσει ένα πολύ αστείο, συγκινητικό και πυκνό έργο, το οποίο διατηρεί μια ζωντάνια. Μιλάμε για μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη, όπου συναντιόμαστε εμείς οι ίδιοι και οι ρόλοι μας, με μια ανοιχτότητα και μια ελευθερία. Εγώ, για παράδειγμα, υποδύομαι τη θεά Αθηνά, η οποία δεν υπάρχει στο πρωτότυπο έργο –εκεί ήταν ο θεός Ερμής. Όπως επίσης ο Τρυγαίος έχει γίνει Τρυγαία που την υποδύεται η Γαλήνη Χατζηπασχάλη. Το κείμενο μας μεταφέρει στο Μαρούσι π.Χ. Το Μαρούσι είναι και ο τόπος όπου μεγάλωσε ο Νίκος. Το σκηνικό είναι ένα βοσκοτόπι με κοτέτσια και έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, απ’ όπου ακούγονται αφιερώσεις. Ταυτόχρονα, υπάρχουν κάποιοι αγρότες που επιδίδονται στην παραγωγή κοπριάς. Έτσι αρχίζει η παράσταση: με μια πλούσια παραγωγή κοπριάς προκειμένου να τραφεί ο υποκάνθαρος, ένα ζώο που εκτρέφουν οι άνθρωποι για να ανέβουν μαζί του στον Όλυμπο και να ζητήσουν την Ειρήνη από τους θεούς. Όταν όμως φτάνουν εκεί, βρίσκουν μόνο την Αθηνά να έχει απομείνει σαν ένας παράξενος θυρωρός, για να τους αναγγείλει ότι οι θεοί έχουν φύγει. Τους ενημερώνει ότι έτσι όπως τα έκαναν οι άνθρωποι, οι θεοί δεν θέλουν ούτε να τους βλέπουν. "Είστε πλέον μόνοι σας" μοιάζει να τους λέει.
Και μένουν οι άνθρωποι αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους. Είμαστε κι εμείς κάπως έτσι σήμερα; Η εποχή μας είναι τέτοια που σε κάνει να νιώθεις πραγματικά έρμαιο και μόνος. Βρισκόμαστε σε μια αρκετά δυσοίωνη συγκυρία, όπου σε πολύ νευραλγικές θέσεις βρίσκονται οι λάθος άνθρωποι. Κάπως μοιάζει ανέλπιδο το μέλλον. Όπου κι αν στραφείς, τα πράγματα φαίνονται σκοτεινά. Τόσο εδώ στην Ελλάδα όσο και παγκοσμίως. Είμαστε κομμάτι ενός κόσμου όπου η ελπίδα, η υπόσχεση για κάτι φωτεινό, μοιάζει να φθίνει συνεχώς. Το έργο όμως δείχνει και την ευθύνη της ειρήνης μέσα μας, γιατί από εκεί ξεκινούν όλα. Όσο απλό κι αν ακούγεται, είναι πολύ δύσκολο να συμφιλιωθείς με το παρελθόν και το παρόν σου. Να παραδεχτείς, να συγχωρήσεις, να αφεθείς στην επαφή, να αφουγκραστείς τον άλλο, να νιώσεις τι μπορείς να προσφέρεις, να λειτουργήσεις αρμονικά μέσα σε μια σχέση και, κατ’ επέκταση, μέσα σε μια κοινωνία. Κι όμως, αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο μοιάζει όλο και πιο δύσκολο να επιτευχθεί.

Εσείς προσωπικά πώς ορίζετε την ειρήνη, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο; Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο αυτή τη στιγμή. Αυτό που συμβαίνει γύρω μας είναι πολύ τρομακτικό και απογοητευτικό. Μοιάζουν όλα τα πράγματα να οδηγούνται σε ένα τέλος. Όσοι είμαστε γονείς αναρωτιόμαστε σε ποια κοινωνία, σε ποιο μέλλον παραδίδουμε τα παιδιά μας. Τι συμβαίνει με τον πλανήτη, το περιβάλλον, τις αξίες που τους αφήνουμε. Γι’ αυτό το αίτημα της ειρήνης παραμένει τόσο επιτακτικό. Επιμένω, όμως, πως όλα ξεκινούν από μέσα μας. Αν δεν συμφιλιωθείς με την άσχημη πλευρά σου, αν δεν κάνεις ειρήνη μαζί της, δεν μπορείς να αναζητήσεις ούτε την ομορφιά που κρύβεται εντός της. Γιατί ακόμη και στα πιο αποτρόπαια πράγματα υπάρχει, με έναν τρόπο, κάτι που μπορεί να φωτιστεί.
Μιλήσατε για τέλος. Βλέπετε μέσα σε αυτή την πορεία προς το τέλος μια ευκαιρία για αναγέννηση; Έτσι έχει δείξει η ιστορία. Σε διάφορες στιγμές της, μέσα από ένα ολοκληρωτικό γκρέμισμα μπορεί να επέλθει μια αλλαγή, μια καινούργια θεώρηση. Όπως ζούμε σήμερα τον κόσμο, δεν φαίνεται να υπάρχει διέξοδος ή προοπτική. Ίσως αν γκρεμιστεί συθέμελα, να μπορέσει η νέα γενιά -που σήμερα μοιάζει να μην έχει αξίες, ιδανικά ή όραμα και να είναι πλήρως προσανατολισμένη σε μια εικονική πραγματικότητα- να οδηγηθεί σε μια διαφορετική συμφιλίωση. Αλλιώς θα έρθει ένα τέλος κι εμείς θα γίνουμε δεινόσαυροι. Και αυτό δεν μπορώ να το σκέφτομαι.
Στο σημείωμα της παράστασης αναφέρεται η τρέλα ως απάντηση ή μια μορφή διαφυγής; Η παράσταση δεν έχει κάτι διδακτικό ούτε προσφέρει κάποια συνταγή ευτυχίας. Κάποια στιγμή στο έργο, αυτή η φυλή των ανθρώπων καταφέρνει να πάρει την Ειρήνη, αλλά δεν ξέρει τι να την κάνει. Αυτή η τρέλα του Νίκου που επιλέγει συγκεκριμένους ανθρώπους επειδή τους φαντάζεται ως ένα παράξενο παζλ από φυσιογνωμίες, ταμπεραμέντα και ενέργειες, ίσως τελικά να είναι η απάντηση. Η τρέλα με την έννοια της χαράς που λείπει από τη ζωή μας. Όταν συναντιούνται άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, με τις δυσκολίες τους και το απαρηγόρητο της ύπαρξής τους, συμβαίνει κάτι τρελό και μοναδικό που μπορεί να σκορπίσει λίγο το σκοτάδι.
Ένα ακόμη στοιχείο που υπάρχει στα έργα του Νίκου Καραθάνου είναι η βαθιά λαϊκότητα. Υπάρχει κι εδώ; Το έχει αυτό ο Νίκος στις παραστάσεις του. Δεν υπάρχει τίποτα το διανοουμενίστικο στις δουλειές του. Επειδή, λειτουργεί κυρίως με το συναίσθημα, συχνά δεν μπορεί να εξηγήσει αυτό που φαντάζεται με τον καλύτερο τρόπο. Απευθύνεται όμως σε ανθρώπους που μπορούν να τον αντιληφθούν όχι με το μυαλό αλλά με το συναίσθημα. Κάπως έτσι, εκείνος ελλιπής, εμείς ελλιπείς, συναντιόμαστε μέσα σε κάτι που κανείς δεν κατανοεί πλήρως. Προκύπτουν αντιφάσεις, συγκρούσεις, ακραίες καταστάσεις, και μέσα από αυτές γεννιέται κάτι ανορθόδοξο. Και αυτό είναι βαθιά λαϊκό, γιατί είναι βαθιά ανθρώπινο.

Πώς μοιάζει η δική σας θεά Αθηνά; Στόχος μας είναι να έχει μια γκάμα ανεξήγητων και εκρηκτικών συμπεριφορών. Στην αρχή εμφανίζεται ως μια θεά με κύρος, που υποδέχεται τους ανθρώπους και τους ανακοινώνει την αποχώρηση των θεών. Την επόμενη στιγμή, όμως, η Αθηνά εξανθρωπίζεται. Πίνει, μεθάει, γίνεται ένα με τους ανθρώπους και με τα χειρότερα ένστικτά τους. Και ύστερα μεταμορφώνεται ξανά σε θεά. Είναι ένα πλάσμα ακραίο, ακατανόητο, γοητευτικό και αστείο ταυτόχρονα.
Η ειρήνη σήμερα δεν μοιάζει απλώς εύθραυστη, δεν είναι καν δεδομένη. Την εποχή που γράφτηκε το έργο, οι άνθρωποι δεν είχαν συνηθίσει να ζουν σε συνθήκες ειρήνης. Ο ένας πόλεμος διαδεχόταν τον άλλον. Και στις πρόβες αναρωτιόμαστε πώς είναι άραγε να μην έχεις καμία εμπειρία από ειρηνική ζωή. Να μεγαλώνεις για να πας στον πόλεμο και να προετοιμάζεις τα παιδιά σου για να τα στείλεις στη μάχη. Αυτό είναι κάτι που εμείς δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε. Τουλάχιστον η δική μου γενιά μεγάλωσε μέσα σε μια περίοδο ευημερίας, με μια αίσθηση αισιοδοξίας ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε πολύ καλά. Σήμερα, όμως, συμβαίνει κάτι παράδοξο. Γύρω μας πεθαίνουν άνθρωποι καθημερινά, δίπλα μας υπάρχουν πόλεμοι, καταστροφές και ανείπωτος πόνος, κι εμείς έχουμε συνεχή πρόσβαση σε αυτές τις εικόνες. Την ίδια στιγμή, όμως, τις εικόνες αυτές διαδέχονται διαφημίσεις, βίντεο, επιδείξεις μόδας, ψυχαγωγικό περιεχόμενο. Και τελικά τα παρακολουθούμε όλα με την ίδια σχεδόν απόσταση και την ίδια ψυχραιμία. Δεν λέω ότι συνηθίζουμε ακριβώς τη φρίκη. Είναι όμως επικίνδυνο, γιατί μπορεί να μας οδηγήσει σε μια μορφή αποχαύνωσης. Σαν να λέμε: "η ζωή μου συνεχίζεται κανονικά και αυτό που συμβαίνει γύρω μου δεν με αφορά". Ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει πολύ πιο κοντά μας απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Αν σταματήσεις για να αισθανθείς τι συμβαίνει, πώς σε επηρεάζει, πώς σε αφορά και πώς σε απειλεί, σχεδόν παραλύεις. Είναι δύσκολο να το διαχειριστείς.
Αυτή η παράλυση μπορεί να οδηγήσει και στη μη διεκδίκηση της ειρήνης. Νιώθουμε συχνά σαν μέρος ενός τσίρκου, όπου στο τιμόνι βρίσκονται άνθρωποι που μοιάζουν ακατάλληλοι για τις θέσεις που κατέχουν. Άνθρωποι που αναρωτιέσαι πώς βρέθηκαν εκεί. Κι όμως, κάπως βρέθηκαν εκεί είτε μέσα από τη δική μας ψήφο είτε μέσα από τη δική μας αποχή. Όμως κι αυτό είναι μια μορφή στρουθοκαμηλισμού που τελικά δεν βοηθά να σπάσει ο κύκλος της βίας και του αλληλοσπαραγμού. Μένεις μουδιασμένος και έχεις την αίσθηση ότι όλα συμβαίνουν ερήμην σου. Και αυτό είναι πολύ τρομακτικό.

Την αλλαγή την αντιλαμβάνεστε σαν ουτοπία ή σαν ελπίδα; Νιώθω ότι, ίσως επειδή είμαι μητέρα, έχω την ανάγκη να παραμένω αισιόδοξη ακόμη και μέσα σε αυτό το σκοτάδι. Πιστεύω στον άνθρωπο. Πιστεύω ότι, ενώ είναι ικανός για τα πιο φρικτά εγκλήματα, είναι ταυτόχρονα ικανός και για τα πιο φωτεινά πράγματα. Θέλω να πιστεύω ότι στη φύση του υπάρχει και το καλό. Ότι, στο τέλος, το φως νικάει το σκοτάδι. Ίσως αυτό να ακούγεται κάπως παιδικό ή αφελές. Αλλά έτσι επιλέγω να βλέπω τα πράγματα. Υπάρχουν άνθρωποι φωτεινοί. Άνθρωποι που αξίζει να τους κοιτάς και να εμπνέεσαι από αυτούς. Αυτό με γεμίζει αισιοδοξία. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η ειρήνη ξεκινά από μέσα μας. Αν δεν υπάρχει εκεί, δύσκολα μπορείς να την αναζητήσεις εκεί έξω. Και δεν είναι καθόλου εύκολο. Το ξαναλέω. Δεν είναι εύκολο να κάνεις ειρήνη με τον εαυτό σου, με τα σκοτεινά και δύσκολα κομμάτια σου. Αν δεν το προσπαθήσεις, όμως, πώς θα αναζητήσεις την ειρήνη στον κόσμο; Και τελικά αυτό είναι ίσως το μεγάλο ερώτημα του έργου: τι είναι η Ειρήνη; Τι σημαίνει; Τι μπορεί να είναι για τον καθένα μας; Κι έπειτα, πώς αυτή η απάντηση θα μας ενώσει όλους;
Σκέφτεστε ότι αυτή η διερώτηση μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για να τη διεκδικήσουμε; Ναι, πιστεύω πως από εκεί ξεκινούν όλα: από τη στιγμή που θα θέσεις αυτό το ερώτημα στον εαυτό σου και, σιγά-σιγά, στους ανθρώπους γύρω σου. Γιατί το τι είναι ο πόλεμος το ξέρουμε. Το βλέπουμε, το νιώθουμε, ακόμη και στις προσωπικές μας σχέσεις. Ξέρουμε πόσο εξοντωτική μπορεί να γίνει η σύγκρουση. Ξέρουμε πόσο συχνά πηγάζει από την αδυναμία μας να μετακινηθούμε από το εγώ μας, από την ανάγκη μας να έχουμε πάντα δίκιο. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν αρχίζαμε να γκρεμίζουμε, τούβλο-τούβλο, αυτά τα κάστρα που έχουμε χτίσει γύρω μας; Τα κάστρα που δεν μας επιτρέπουν να εκτεθούμε, να ταπεινωθούμε λίγο; Ίσως μέσα από αυτή την ταπείνωση να μπορεί κανείς να οδηγηθεί σε μια μορφή ειρήνης. Σε μια εσωτερική ησυχία. Σε μια μικρότερη ανάγκη για θόρυβο, για επιβεβαίωση, για σύγκρουση.
Πόσο κοντά νιώθετε ότι είστε στη δική σας ειρήνη; Δεν είμαι πολύ κοντά. Κάνω όμως βήματα. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω ποτέ. Αλλά μόνο και μόνο η στροφή προς αυτή την κατεύθυνση ανοίγει κάποια πεδία μέσα σου. Ο δρόμος προς κάπου, το βλέμμα στραμμένο προς κάτι, μπορεί από μόνο του να αλλάξει την ύπαρξή σου, τη θεώρησή σου για τα πράγματα. Και ίσως αυτό να είναι αρκετό.

Info: Η παράσταση Ειρήνη θα παρουσιαστεί στις 24&25/7 στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ενώ θα ακολουθήσει περιοδεία.
Φωτογράφος: Έλλη Μπαλατσούρα
Styling: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος
