iStock
Όταν ήμασταν 20 βγαίναμε με φίλους φίλων με τους οποίους δεν είχαμε τίποτα κοινό, περνάγαμε μαζί τους ατέλειωτα βράδια με ελάχιστα ουσιαστικά πράγματα να συζητήσουμε, πηγαίναμε από πάρτι σε πάρτι και γυρνάγαμε σπίτι καταλήγοντας σε ένα ανούσιο… ξημέρωμα "για να μην χαλάσουμε την παρέα". Με τον ίδιο τρόπο, χωρίς λόγο και χωρίς ενδιαφέρον, διαβάζαμε μαζί για την εξεταστική με τη γνωστή από τη σχολή, με την οποία το επόμενο εξάμηνο δεν θα ανταλλάσσαμε ούτε λέξη, έτσι "για να μην λέει ότι είμαστε σνομπ". Πόσα πράγματα αποφασίζαμε, λέγαμε και κάναμε δίχως να τα έχουμε μετρήσει μέσα μας, "για να μην θυμώσει η μαμά", "για να μην νομίζει η φίλη", "για να μην…" ο τάδε και "για να μην…" ο δείνα. Όλα αυτά μάλιστα, λόγω αφέλειας και ηλικιακής ανωριμότητας, δεν μας ενοχλούσαν ιδιαίτερα, ούτε μας πίεζαν. Ήταν κομμάτι μιας γενικότερης ανεμελιάς, με το "όσα πάνε και όσα έρθουν" να είναι ασυνείδητα το βασικό motto μας. Στη δεκαετία των 30 μας, έχοντας μπει πλέον για τα καλά στην εργασιακή πραγματικότητα και έχοντας αναλάβει κάθε είδους ευθύνες, το τοπίο έγινε πιο ξεκάθαρο. Αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε και ξεκινήσαμε να ξεστομίζουμε "όχι" που ήταν περισσότερο "θυμωμένα" και "αντιδραστικά" παρά "συνειδητοποιημένα" και "συνειδητά" –ευτυχώς τα λέγαμε όμως. Λίγο αργότερα, με βοήθεια ή χωρίς, με βαθιά ενδοσκόπηση ή με μια πιο επιφανειακή ανάλυση του εαυτού μας, κάποιοι από εμάς που στη μέχρι τότε ζωή μας προσπαθούσαμε να… τετραγωνίσουμε το αβγό αντί να το σπάσουμε, απεχθανόμασταν τις διαφωνίες και τρέμαμε τις συγκρούσεις, αντιληφθήκαμε ότι η πίεση και η καταπίεση που μας προκαλούσε η επιλογή της σιωπής, της συγκατάβασης και της υποχώρησης είχε μεγαλύτερο κόστος από εκείνη της αντιπαράθεσης. Και βήμα-βήμα ο άνθρωπος που ήθελε να τους ευχαριστεί όλους (διαβάστε το διαφωτιστικό άρθρο για τους people pleasers στο τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας) συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ευχαριστήσει καθόλου τον εαυτό του. Προσεγγίζοντας την ηλικιακή και συναισθηματική ωριμότητα, αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται σε ένα πλαίσιο που μοιάζει λίγο αντιφατικό και παράδοξο: από τη μία μπαίνουμε στη λογική να μιλάμε ανοιχτά, να διεκδικούμε, να μην καταπιέζουμε τις επιθυμίες και τα θέλω μας και, από την άλλη, η συνεχής τριβή με τη ζωή και τους ανθρώπους μας οδηγεί σε μια στάση πιο διαλλακτική, πιο διπλωματική.
Και κάπου εκεί προκύπτει η ισορροπία. Δεν ξεσπάμε σκασμένοι, όπως στις αρχές των 30 μας, αλλά βάζουμε τα όριά μας με λογική και ενσυναίσθηση, ψύχραιμα, στέλνουμε το μήνυμα με καθαρότητα, αφού έχουμε αποσαφηνίσει αυτό που συμβαίνει μέσα μας. "Για μένα όλα τελειώνουν όταν βρίσκω έναν τρόπο να πω αυτό που με πιέζει, όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό που είχα μέσα μου", λέει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος όσον αφορά στο πώς λειτουργεί για εκείνον η σκηνοθεσία, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, αλλά αυτή του η θέση έχει εφαρμογή σε πολλές εκφάνσεις της καθημερινότητάς μας. Ίσως και να συνοψίζει αυτή τη μετάβαση για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Τη μετάβαση από εκείνον τον άνθρωπο που έκανε τα πάντα για να τους έχει όλους ικανοποιημένους σε αυτόν που κάνει τα πάντα για να βρει τον εαυτό του ευχαριστημένο στον χώρο που μοιράζεται με τους άλλους. Ο Σεπτέμβρης για πολλούς είναι ο μήνας που σηματοδοτεί την αρχή μιας καινούργιας χρονιάς. Ίσως περισσότερο από τον Γενάρη, καθώς ο Αύγουστος που έχει προηγηθεί έχει επιφέρει ένα ολικό ξέπλυμα σε σώμα και ψυχή. Η ησυχία και η παύση έχουν βάλει τα πράγματα στη θέση τους ή τουλάχιστον έχουν αποκαλύψει την πραγματική τους διάσταση. Τώρα που οι προθέσεις ξεκαθαρίζουν, τα προσωπικά όρια γίνονται σαφή, τα θέλω αποκτούν πυγμή και η λογική διαύγεια, είναι μια καλή στιγμή να δούμε τι θέλουμε από τον εαυτό μας και από τους άλλους, να καταλάβουμε αν ζούμε για τον εαυτό μας ή (μόνο) για τους άλλους και αν το όποιο κόστος μιας αλλαγής θα είναι τελικά βάρος ή απελευθέρωση. Και ας τα σπάσουμε επιτέλους εκείνα τα αβγά. Κάποιες φορές είναι ο μόνος τρόπος για να ξανακολλήσουν διαλυμένες καταστάσεις, σχέσεις και διαθέσεις.
Μαρία Πατούχα