Φωτογράφος: Πάνος Γιαννακόπουλος, Esquire Greece, The Big Black Book, Χειμώνας 2023.
Την ώρα που γράφω αυτό το σημείωμα έχουν περάσει δέκα ημέρες από τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη και το κοινό αίσθημα και συναίσθημα παραμένει το ίδιο ακριβώς, όπως την πρώτη μέρα: σοκ, θυμός και γνήσια στενοχώρια. Ακόμα και όταν θα διαβάζετε αυτές τις λέξεις, φαντάζομαι ότι δεν θα έχουν αλλάξει και πολλά.
Με τα τραγούδια του να παίζουν στο μυαλό μου σε λούπα καθημερινά όλες αυτές τις μέρες προσπαθώ να το εξηγήσω και να το δω ορθολογικά, να ερμηνεύσω με τους δικούς μου όρους και με τον δικό μου τρόπο γιατί αυτός ο άνθρωπος με τον θάνατό του έκανε κυριολεκτικά μια ολόκληρη χώρα να ενωθεί στο ίδιο ρεφρέν και να πονέσει πραγματικά για εκείνον.
Δεν θα αναφερθώ στα αυτονόητα, ότι ήταν πολύ νέος, ότι πέθανε με έναν τρόπο τόσο άδικο που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις, ότι ήταν ταλαντούχος, δημοφιλής και συμπαθής. Όλα αυτά ισχύουν, αλλά και πάλι δεν μπορούν να εξηγήσουν τη μαζικότητα της αποδοχής, της αγάπης, το συλλογικό πένθος που έφερε ο θάνατός του.
Διαβάζω εδώ και εκεί ότι αισθανόμαστε έτσι γιατί "ο Γιώργος ήταν ο τελευταίος αυθεντικός".
Ναι, ίσως στη λέξη αυθεντικότητα να βρίσκεται το κλειδί. Όχι όμως στη δική του, αλλά στη δική μας. Eκείνη την κρυμμένη ή χαμένη –ποιος ξέρει;– αυθεντικότητα που δονήθηκε και ξύπνησε βίαια με την αναχώρησή του.
Το βράδυ του θανάτου του ανέβασα σε story –ενώ δεν το κάνω ποτέ για διάσημους που φεύγουν– ένα τραγούδι του που μου άρεσε πολύ. Δεν προβληματίστηκα ιδιαίτερα πριν το κάνω, δεν με απασχόλησε το story που προηγήθηκε ή εκείνο που θα ακολουθούσε, δεν ασχολήθηκα με τα aesthetics του, δεν κάθισα να σκεφτώ αν ταιριάζει στο διαδικτυακό ή το κανονικό "προφίλ" μου. Το ένιωσα και το έκανα αυθόρμητα. Ήταν μέρος του εαυτού μου και ήθελε να βγει. Το ίδιο βράδυ θυμήθηκα ότι στο πρώτο περιοδικό που δούλεψα, τότε που τα social media δεν υπήρχαν ούτε ως ιδέα, ακούγαμε όλη μέρα στο repeat το CD Σάββατο του Μαζωνάκη που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Σιγοτραγουδούσαμε τα ρεφρέν γράφοντας στους υπολογιστές μας τα άρθρα μας και όταν έμπαινε το Τέσσερις ανεβάζαμε την ένταση και ρίχναμε και καμιά στροφή στα γρήγορα πριν μας πάρει χαμπάρι ο αρχισυντάκτης. Ήταν τότε που με τους ίδιους συναδέλφους βλέπαμε τουλάχιστον οκτώ θεατρικές παραστάσεις τον μήνα, διαβάζαμε μανιωδώς "σοβαρή" λογοτεχνία και, όταν τα οικονομικά το επέτρεπαν, καταλήγαμε ακόμα και μεσοβδόμαδα στον Μαζωνάκη, πηγαίνοντας κατευθείαν στο γραφείο την άλλη μέρα το πρωί. Αυτή ήταν η ζωή μας, αυτός ήταν ο εαυτός μας, αυτή ήταν η αυθεντικότητά μας και δεν δίναμε λογαριασμό σε κανέναν.

Αυτή την αυθεντικότητα νομίζω ότι ξύπνησε από το λήθαργο της προσποίησης και του δήθεν, του "τι θα πουν" και "τι θα νομίσουν για μένα" ο Μαζωνάκης φεύγοντας. Μας υπενθύμισε ότι είναι πολύ εντάξει να ανακαλύπτεις ή να ξαναθυμάσαι τις διαφορετικές αποχρώσεις του εαυτού σου και να τις αφήνεις να βγουν προς τα έξω, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Και κάτι ακόμα. Ο Μαζωνάκης ήταν mass, ήταν για όλους, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο ήταν και για τον καθένα από εμάς. "Ανήκει σε όλους και ανήκει σε εμένα". Σε εκείνον νομίζω ότι βλέπαμε όσα θα θέλαμε κάποια στιγμή στη ζωή μας να είχαμε κάνει και δεν κάναμε: την εκκεντρικότητα που δεν τολμήσαμε, την αλητεία που φοβηθήκαμε, το βρίσιμο που αποσιωπήσαμε, τη "Νίκαια" που αποκρύψαμε, τον νταλκά που δεν φανερώσαμε, τους κανόνες που δεν καταργήσαμε, τα "γουστάρω" που δεν είπαμε. Ή μπορεί και να βλέπαμε στο πρόσωπό του εκείνον τον φίλο που θέλουμε να προστατέψουμε, τον συνάδελφο που οφείλουμε να υποστηρίξουμε, τον αδερφό που πρέπει να βοηθήσουμε.
Και το σημαντικότερο, ο Γιώργος αναχωρώντας μας γύρισε πίσω σε εκείνη την εποχή με το Σάββατο, όταν όλα ήταν πιο απλά και απροσποίητα, όταν δεν κάναμε σχεδόν τίποτα για να το δουν οι άλλοι, όταν δεν απολογούμασταν για τις ετερόκλητες επιλογές μας, όταν οι στιγμές δεν ήταν φωτογραφίες αλλά συναισθήματα, όταν φτιάχναμε αναμνήσεις και όχι feed.
O Μαζωνάκης πιστεύω ότι έζησε σχεδόν όπως ήθελε. Ανακάτεψε όλους τους κανόνες και τους κώδικες, απαλλάχθηκε από αυτούς που δεν του έκαναν και επινόησε καινούργιους. Έδειξε και απέδειξε ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ντύνεσαι στην πίστα, να κρατάς το μικρόφωνο, να τιμάς την queer αισθητική, να κάνεις φιλανθρωπίες, να είσαι καλός άνθρωπος, να τραγουδάς λαϊκά τραγούδια, ραπ και heavy metal, να είσαι fashion icon, να είσαι μάγκας, άντρας και παιδί. Με τα σωστά του και τα λάθη του, με τις παραξενιές και τις ρωγμές του, με την trademark φωνή του και το trademark βλέμμα του, ο Μαζωνάκης ήταν performer χωρίς κάτι performative (διαβάστε το εξαιρετικό θέμα της Φωτεινής Σίμου σε αυτό το τεύχος και θα καταλάβετε τι εννοώ), ήταν σταρ χωρίς κόπο, πέρναγε από τη μία εποχή στην άλλη κάνοντας έξυπνο rebranding, αλλά αφήνοντας τον πυρήνα και το DNA του εαυτού του άθικτο. Γι’ αυτό και το σύνθημα που περιέχει δύο συλλαβές του ονόματός του δεν ξεπεράστηκε ποτέ: γιατί έχει μέσα και σταριλίκι και γειτονιά, και αλήθεια και εκκεντρικότητα, και μαγκιά και λάσπη και λάμψη, όλα όσα ήταν πάντα εκείνος. Είχε αυτή την αυθεντικότητα που την άφησε πίσω του για να τη βρούμε.
Ο Μαζωνάκης, κατάφερε, δυστυχώς με τον θάνατό του, κάτι που σπάνια συμβαίνει: να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να συντονιστούν στη σκέψη, στο συναίσθημα, στο τραγούδι, στην ανάμνηση, στη μνήμη.
Φαίνεται ότι το είχαμε πολύ ανάγκη. Μας το έδωσε και θα του το χρωστάμε.
Μαρία Πατούχα
mpatoucha@atticamedia.g