Όταν συναντώ τον Christian Louboutin, φορά ένα παραδοσιακό παπάχα, το χαρακτηριστικό γούνινο καπέλο της Γεωργίας, το οποίο αγόρασε σε ένα πρόσφατο ταξίδι του στη χώρα. Βρέθηκε εκεί πριν από μερικές εβδομάδες, μου λέει, για ένα πάρτι γενεθλίων. "Ήταν καταπληκτικά. Το φαγητό είναι υπέροχο. Οι εκκλησίες είναι πανέμορφες. Τα μουσεία είναι φανταστικά. Η Τιφλίδα είναι απίστευτη", μου εξηγεί με ενθουσιασμό. Κατά τα άλλα, ο Louboutin έχει μια μάλλον διακριτική παρουσία. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός, ο τρόπος του είναι απλός και ανεπιτήδευτος. Κι όμως, καθώς προχωρά η φωτογράφιση για το πορτρέτο του, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Με το καπέλο και το γεωργιανό πανωφόρι που φορά –ένα ακόμη απόκτημα από το ταξίδι του– δημιουργεί μια μοναδικά επιβλητική εικόνα, σχεδόν βασιλική. Αν και, ίσως, αυτό να είναι αναμενόμενο. Άλλωστε, είναι ο "king of the killer stiletto".
Κατά τη διάρκεια των ’00s και των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 2010, τα ψηλοτάκουνα του Louboutin έγιναν το απόλυτο σύμβολο status στον χώρο των υποδημάτων, αναγνωρίσιμα αμέσως από την χαρακτηριστική, κατακόκκινη σόλα τους, η οποία, ναι, προστατεύεται νομικά ως εμπορικό σήμα. Οι γόβες του έγιναν συνώνυμο της υψηλής πολυτέλειας. Ύστερα, όμως, οι τάσεις άλλαξαν: η κουλτούρα του sneaker κυριάρχησε, το streetwear "εισέβαλε" στα catwalks και οι γυναίκες άρχισαν να εγκαταλείπουν τα ψηλοτάκουνα για χάρη πιο άνετων, flat παπουτσιών. Η πανδημία φαίνεται να έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στη γόβα στιλέτο, καθώς τα παγκόσμια lockdowns άφησαν ελάχιστες περιστάσεις για να φορέσει κανείς πανύψηλα τακούνια.
Τώρα, όμως, η γόβα Louboutin γνωρίζει μια δυναμική επιστροφή, με τη Gen Z να επαναφέρει τα παπούτσια με την κόκκινη σόλα στο προσκήνιο. Η Zendaya σπάνια εμφανίζεται στο κόκκινο χαλί χωρίς ένα ζευγάρι Louboutin So Kate. Η Addison Rae, από την άλλη, δεν τα αποχωρίζεται σχεδόν ποτέ, ακόμη και στις πρόβες για τις εμφανίσεις της. Η Dua Lipa παντρεύτηκε πρόσφατα φορώντας ένα ζευγάρι από τον iconic οίκο (οι Miss Z ήταν η επιλογή της), ενώ η Ariana Grande εμφανίζεται με τα δικά της Louboutin στην παγκόσμια περιοδεία της, την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο. Επιπλέον, η Tyla επίσης φοράει συχνά τα αγαπημένα της παπούτσια με την κόκκινη σόλα.

Όλο αυτό είναι ό,τι ονομάζουμε στο marketing "success story", κάτι για το οποίο οι luxury οίκοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά. Όχι όμως ο Louboutin. "Δεν προσπάθησα να αποτελέσω μέρος της pop κουλτούρας", λέει. Όταν, όμως, μεγάλα ονόματα της rap, όπως η Cardi B, τραγουδούν για τα ακριβά παπούτσια με τις κόκκινες σόλες, είναι δύσκολο αυτό να μην προσδώσει στο brand πολιτιστικό εκτόπισμα. Ο σχεδιαστής βλέπει αυτό που συμβαίνει ως μέρος ενός μεγαλύτερου συστήματος, "που έχει να κάνει με το design, την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα με κάποιον τρόπο, τη θηλυκότητα, αλλά και την ελευθερία". Κάνει μια παύση. "Είναι πολύ στενά συνδεδεμένο με την ελευθερία", λέει. "Και αυτό με κάνει πολύ χαρούμενο". Ο Louboutin άφηνε ανέκαθεν το πάθος να λειτουργεί ως εσωτερική του πυξίδα. Πολλές εμβληματικές προσωπικότητες της μόδας ξεκινούν με το όνειρο να δημιουργήσουν μια παγκόσμια αυτοκρατορία, καθοδηγούμενες από μια απόλυτα στοχευμένη φιλοδοξία και μακροπρόθεσμα επιχειρηματικά σχέδια. Η διαδρομή του Louboutin, όμως, ήταν πολύ πιο απρόβλεπτη. Μετά την πρώτη του δουλειά στη μόδα, αποχώρησε για να γίνει landscape gardener. "Πάντα πίστευα ότι πρέπει να πηγαίνεις εκεί όπου σε οδηγεί η ζωή. Δεν είμαι τελειομανής. Θέλω να κάνω τα πράγματα σωστά, αλλά δεν θέλω να πρέπει να ζω υπό τέτοια πίεση", μου εξομολογείται μετά τη φωτογράφιση, πίνοντας ένα φλιτζάνι τσάι.
Ήταν ένα μάθημα που πήρε από τον πατέρα του, ξυλουργό στο επάγγελμα, ο οποίος του δίδαξε πως, όταν δουλεύεις με το ξύλο, πρέπει να ακολουθείς τις γραμμές του. Αν προσπαθήσεις να δουλέψεις κόντρα σε αυτές, θα καταλήξεις με ακίδες στα χέρια.
Ο Louboutin μετέτρεψε τη συμβουλή του πατέρα του σε ένα φιλοσοφικό μάθημα: να αφήνεις τη ζωή να σε οδηγεί και να σέβεσαι την κατεύθυνση προς την οποία σε πηγαίνει. "Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι ο ουρανός είναι το όριο, αν δεν βάζεις όρια. Τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα όταν δεν προσπαθείς να τα κατευθύνεις εσύ".
Ευτυχώς, βρήκε ξανά τον δρόμο του προς τον σχεδιασμό παπουτσιών και το παιδικό του πάθος να σκιτσάρει ψηλοτάκουνα εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία υποδημάτων, η οποία το 2021 αποτιμήθηκε στα 2,25 δισεκατομμύρια ευρώ.
Παρότι ο Louboutin δεν φιλοδοξούσε να εργαστεί στη μόδα όταν ήταν νεότερος, ένα από τα αγαπημένα του χόμπι ήταν να σχεδιάζει γόβες. Είχε μια πολύ ευτυχισμένη, αν και ασυνήθιστη, παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας σε μια εργατική οικογένεια στο 12ο διαμέρισμα, στα ανατολικά προάστια του Παρισιού, μαζί με τον πατέρα του Roger, τη μητέρα του Irene, η οποία ήταν αφοσιωμένη στο σπίτι, και τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές του.

Το σχολείο τον άφηνε αδιάφορο. "Στα 13 μου δεν είχα πια κανέναν ενθουσιασμό γι’ αυτό", λέει κι έτσι περνούσε τον καιρό του πηγαίνοντας σε clubs, βλέποντας ινδικές ταινίες Bollywood και αιγυπτιακές ταινίες της δεκαετίας του ’70 στον κοντινό κινηματογράφο και εξερευνώντας το Μουσείο Αφρικανικής και Ωκεάνιας Τέχνης κοντά στο σπίτι του. Ήταν πάθη που πυροδότησαν την αγάπη του για τα ταξίδια και τους διαφορετικούς πολιτισμούς. "Ανακάλυψα ότι ο κόσμος ήταν πολύ μεγαλύτερος από τη γειτονιά μου", εξηγεί.
Συχνά τρύπωνε κρυφά και στο Folies Bergère, το περίφημο καμπαρέ στο Faubourg-Montmartre. "Είχα εμμονή με τα showgirls", λέει. "Πήγαινα συχνά στο music hall με τον καλύτερό μου φίλο και μπαίναμε κρυφά. Αυτό που αγαπούσα περισσότερο ήταν τα μιούζικαλ, οπότε σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να σχεδιάζω παπούτσια για αυτά τα κορίτσια". Η ακόρεστη επιθυμία του για εξερεύνηση καθόρισε και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας των 20 του, όταν ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, από την Αίγυπτο μέχρι την Ινδία. Χρηματοδοτούσε τα ταξίδια κάνοντας πρακτική στον Charles Jourdan στο Παρίσι και δουλεύοντας ως freelancer, πουλώντας σχέδια παπουτσιών σε οίκους όπως οι Chanel και Saint Laurent. "Η δική μου λογική ήταν: βγάζω κάποια χρήματα, ταξιδεύω για δύο μήνες, επιστρέφω, σχεδιάζω, βγάζω χρήματα και ξαναφεύγω", λέει. Ύστερα βρήκε δουλειά ως βοηθός του Roger Vivier, υποστηρίζοντάς τον σε διάφορα projects, μεταξύ των οποίων και μια αναδρομική έκθεση του έργου του στο Παρίσι. "Μετά από αυτό σκέφτηκα ότι δεν πρόκειται να δουλέψω για κανέναν άλλον. Κανείς δεν θα μπορούσε να μου δώσει τον ενθουσιασμό που είχα νιώσει με τον Roger, τον οποίο λάτρευα". Τότε ήταν που αποφάσισε να ασχοληθεί με την κηπουρική. Το ανήσυχο πνεύμα του, όμως, τον έφερε ξανά στον σχεδιασμό παπουτσιών. "Συνειδητοποίησα ότι χρειάζεται πολλή υπομονή για να φτιάξεις έναν κήπο. Χρειάζονται δέκα χρόνια για να αρχίσει να δείχνει όμορφος. Όταν είσαι 26, σκέφτεσαι: "Μα σε δέκα χρόνια θα έχω πεθάνει!”. Οπότε κατέληξα να σκέφτομαι ότι είναι πολύς ο χρόνος". Πιστεύοντας ότι δεν θα ξαναδούλευε ποτέ για κάποιον όπως ο Vivier, αποφάσισε να δουλέψει για τον εαυτό του. Έτσι, το 1991 άνοιξε το δικό του κατάστημα στη Galerie Vérot-Dodat.
Η εμβληματική κόκκινη σόλα γεννήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο σχεδιαστής είδε ένα μοντέλο με το οποίο συνεργαζόταν να βάφει τα νύχια της κόκκινα. "Προέκυψε από την ανάγκη μου να παραμείνω πολύ κοντά στα σχέδιά μου. Σχεδίαζα με έντονα χρώματα, έχοντας στο μυαλό μου τη μεταξοτυπία της δεκαετίας του ’60 και την pop art", αναφέρει. Αντίθετα, όμως, τα παπούτσια είχαν μεγάλες μαύρες σόλες, ορατές από πίσω. "Συνειδητοποίησα ότι επειδή δεν υπάρχει καθόλου μαύρο στα σχέδιά μου, έπρεπε κάπως να εξαφανίσω το μαύρο. Έτσι, άρπαξα το βερνίκι νυχιών και ουσιαστικά έβαψα τη σόλα κόκκινη". Αυτός ο αυθορμητισμός βρίσκεται στην καρδιά του brand του Louboutin. Μία από τις αγαπημένες του ταινίες όταν ήταν παιδί ήταν ένα μιούζικαλ της δεκαετίας του ’60, το Les Demoiselles de Rochefort, με δύο δίδυμες αδελφές που "απλώς δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε τίποτα. Είναι πολύ θηλυκές, πολύ παιχνιδιάρες", όπως λέει. "Μπορείς να είσαι σοβαρός και ταυτόχρονα επιπόλαιος και για μένα αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ σημαντικός". Αυτό είναι και το μυστικό που εξασφαλίζει ότι τα παπούτσια του παραμένουν bestsellers ακόμη και τόσα χρόνια μετά. "Ο Louboutin δεν έκανε ποτέ συμβιβασμούς στη δημιουργική του ταυτότητα προκειμένου να ακολουθήσει τις τάσεις. Από την εμβληματική κόκκινη σόλα μέχρι τις αδιαμφισβήτητα θηλυκές σιλουέτες, κάθε σχέδιο αντικατοπτρίζει μια μοναδική δημιουργική ματιά, άμεσα αναγνωρίσιμη σε ολόκληρο τον κόσμο", εξηγεί η Tiffany Hsu, Chief Buying and Group Fashion Ventures Officer της Mytheresa, σημειώνοντας ότι ο οίκος αποτελεί "εξαιρετικά δυνατή παρουσία" για τον retailer. "Στην καρδιά του brand βρίσκεται ο ίδιος ο Louboutin, ένας οραματιστής δημιουργός του οποίου η φαντασία, το χάρισμα και το αδιάκοπο πάθος συνεχίζουν να προσδίδουν στον οίκο επικαιρότητα και ζωντάνια", αναφέρει.

"Αυτό που εξακολουθεί να ξεχωρίζει τον Louboutin είναι η απαράμιλλη δημιουργικότητα και η διάθεσή του να διευρύνει τα όρια", συμφωνεί η Josie Gardner, Head of Accessories and Shoes στα Harrods. Ως παράδειγμα αναφέρει τις θεαματικές θεατρικές εμπειρίες που διοργανώνει ο Louboutin κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Μόδας του Παρισιού, θυμίζοντας μια ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη σύγχρονη εκδοχή ενός χολιγουντιανού water ballet της δεκαετίας του ’50, την οποία παρουσίασε η γαλλική Ολυμπιακή ομάδα καλλιτεχνικής κολύμβησης φορώντας τις γόβες Miss Z.
"Το brand προσφέρει σταθερά ένα αίσθημα ενθουσιασμού και φαντασίας που καθηλώνει το κοινό του, ενώ παράλληλα ενισχύει τη μοναδική του θέση στην αγορά της πολυτέλειας", συμπληρώνει η ίδια.
Τα ψηλοτάκουνα του Louboutin είναι γνωστά για το ότι δίνουν προτεραιότητα στο στυλ έναντι της άνεσης –αρκεί να θυμηθούμε το viral βίντεο στο οποίο ο στυλίστας της Zendaya, Law Roach, εξηγεί πώς εκπαίδευσε τον εαυτό του να αντέχει τον πόνο με τις αγαπημένες του γόβες So Kate στο κόκκινο χαλί. Ο ίδιος ο Louboutin έχει μιλήσει δημόσια για το γεγονός ότι η άνεση δεν αποτελεί προτεραιότητά του. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η εικόνα του παπουτσιού. Γι’ αυτό και προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σχεδιαστής αφιέρωσε τα τελευταία τέσσερα χρόνια για να "τελειοποιήσει" το σχέδιο La Pigalle, το οποίο επανακυκλοφορεί αφού έκανε το ντεμπούτο του πριν από περισσότερο από δύο δεκαετίες, επανασχεδιάζοντας τη φόρμα του ώστε να φοριέται πιο εύκολα.
"Είναι η ίδια σιλουέτα, αλλά όταν το φοράς είναι ένα εντελώς διαφορετικό παπούτσι", εξηγεί. "Η άνεση έχει γίνει απαραίτητη για τους ανθρώπους. Δεν έχει να κάνει μόνο με το να περπατάς με τα παπούτσια σου, αλλά και με το να έχεις μια ζώνη άνεσης όταν όλα γύρω σου έχουν γίνει τόσο επιθετικά". Στη συνέχεια βέβαια προσθέτει: "Πώς μπορείς να φτιάξεις ένα ψηλοτάκουνο αν σκέφτεσαι την άνεση; Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί".
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: OTTO MASTERS
STYLING: NINA GAHRÉN WILLIAMSON
GROOMING: SVEN BAYERBACH/CAROL HAYES MANAGEMENT
ΜΑΚΙΓΙΑΖ-ΜΑΛΛΙΑ: TERRI CAPON
ΜΟΝΤΕΛΟ: EFFY GE/MILK MODEL MANAGEMENT