Υπήρξε ένα μικρό χρονικό διάστημα που η pop κουλτούρα έμοιασε να συγχρονίζεται γύρω από κάτι. Όχι απλώς γύρω από έναν δίσκο ή έναν καλλιτέχνη, αλλά γύρω από μια κοινή αίσθηση παρόντος. Για λίγες εβδομάδες, οι αλγόριθμοι έμοιαζαν να χάνουν προσωρινά την εξουσία τους. Το ίδιο πρόσωπο εμφανιζόταν στις οθόνες όλων, οι ίδιες εικόνες κυκλοφορούσαν από timeline σε timeline, διαφορετικές γενιές μιλούσαν για το ίδιο γεγονός. Δεν ήταν μόνο η κυκλοφορία ενός άλμπουμ, του Confessions II. Ήταν η σπάνια στιγμή που η pop κατάφερε ξανά να δημιουργήσει έναν κοινό χρόνο.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΝ
Το Confessions II, ο δέκατος πέμπτος δίσκος της Madonna, κυκλοφόρησε μετά από μια σειρά από κινήσεις που θύμιζαν εξίσου marketing campaign αλλά και μια ολιστική pop performance διαρκείας. Έσβησε όλες τις φωτογραφίες από το Instagram της. Εμφανίστηκε στο Coachella, στο πλευρό της Sabrina Carpenter κλείνοντας το μάτι στη νέα γενιά της female pop. Δεν μίλησε στην queer κοινότητα από απόσταση, μπήκε στον χώρο της, το δημοφιλές dating app Grindr ενεργοποιώντας ένα community που υπήρξε διαχρονικά μέρος της ιστορίας της, που όχι μόνο τη στήριξε, αλλά συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της ίδιας της εικόνας της.
Στην Times Square, με μια εμφάνιση-έκπληξη, επανέφερε κάτι που η σύγχρονη pop έχει σχεδόν ξεχάσει: το δημόσιο θέαμα ως συλλογική εμπειρία. Η ταινία μικρού μήκους Confessions II – The Film έδωσε στο άλμπουμ ένα οπτικό σύμπαν. Η βασική ιδέα του είναι και η καρδιά του Confessions II: η dancefloor κουλτούρα ως χώρος ελευθερίας, ερωτικής επιθυμίας, σύνδεσης, διασκέδασης και υπέρβασης. Η Madonna επιστρέφει στον μύθο που η ίδια δημιούργησε – στο club ως καταφύγιο για τους outsiders, για όσους αναζητούν μια δεύτερη ταυτότητα μέσα στη νύχτα. Στην ταινία εμφανίζονται μεταξύ άλλων οι: Kate Moss, Benedict Cumberbatch, Julia Garner, Sabrina Carpenter, Honey Dijon, Arca και Lourdes Leon, η κόρη της.
Ένα καστ που λειτουργεί σαν ένας χάρτης των διαφορετικών κόσμων που η ίδια έχει διασχίσει: μόδα, κινηματογράφος, underground κουλτούρα, νέα γενιά της pop. Με αυτόν τον τρόπο, και χωρίς καμία μελαγχολία, επιστρέφει στη Danceteria, στο θρυλικό κλαμπ της Νέας Υόρκης όπου άρχισε να γράφει τον δικό της μύθο στα 80s. Εκεί όπου έδωσε στον DJ Mark Kamins μια κασέτα με τα τραγούδια της για να τα ακούσει ξεκινώντας τη μεγαλύτερη μεταμόρφωση της pop: όπου ένα κορίτσι από το Μίσιγκαν άρχισε να γίνεται σύμβολο.

Για την ημέρα της κυκλοφορίας οργανώθηκαν listening events σε διάφορες πόλεις, μετατρέποντας την ακρόαση του άλμπουμ σε συλλογική εμπειρία. Η ίδια εμφανίστηκε στο event του Λονδίνου, όχι ως μια σταρ που παρακολουθεί από απόσταση, αλλά ως μέλος μιας κοινότητας που συναντιέται ξανά. Η Madonna δημιούργησε ένα δικό της σύμπαν και κάλεσε το κοινό να μπει μέσα του. Και εκείνο το έκανε. Σε μια εποχή όπου οι αλγόριθμοι μας διασπούν σε άπειρα μικρά κοινά, η Madonna δημιούργησε έναν κοινό χώρο και χρόνο για να χορέψουμε. Όλοι μαζί. Στο I Feel Free, ένα από τα πρώτα single του άλμπουμ, τραγουδάει "That’s why I like to go dancing / Safety in numbers". Όσο περισσότεροι είμαστε μαζί, τόσο πιο ασφαλείς νιώθουμε, δηλαδή.
Ο τίτλος του Confessions II παραπέμπει στο Confessions on a Dance Floor του 2005, ένα ομολογουμένως κομβικό άλμπουμ όχι μόνο για την καριέρα της αλλά και για την ιστορία της pop μουσικής. Διάλεξε να επιστρέψει σε μια από τις τελευταίες στιγμές που η pop δεν είχε ακυρώσει το μέλλον της – σε αυτή την ακύρωση που όταν συνέβη αργότερα, η ίδια η Madonna είχε τις ευθύνες της. Διάλεξε να επιστρέψει σε μια χρονικότητα όπου η εμπορικότητα δεν ήταν αντίθετη με την καλλιτεχνική απόλαυση.
Ένα τραγούδι μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα παγκόσμια, mainstream επιτυχία, αλλά και χώρος ελευθερίας για πολλούς. Με αυτή την ελευθερία μοιάζει να έχει φτιαχτεί και το νέο της άλμπουμ. Στον ήχο, εγκαταλείπει την αστραφτερή disco του πρώτου Confessions και μετακινείται στις ρίζες της house και της techno, στα clubs του Σικάγο και του Ντιτρόιτ, εκεί όπου η ηλεκτρονική μουσική δεν ήταν μόνο διασκέδαση. Άλλωστε, οι ήχοι αυτοί δεν ήταν απλώς μουσικά είδη. Ήταν κοινωνικές τεχνολογίες. Τρόποι να δημιουργούνται κοινότητες, να επικοινωνούν άνθρωποι που δεν είχαν απαραίτητα άλλη γλώσσα, να βρίσκουν καταφύγιο, να αναστέλλεται έστω προσωρινά η κανονικότητα. Η πίστα λειτουργούσε σαν ένας χρόνος έξω από τον χρόνο. Έξω από την εργασία, την οικογένεια, την κοινωνική θέση. Για λίγες ώρες δεν ήσουν υποχρεωμένος να ακολουθήσεις τη ζωή με τη σειρά που σου είχε επιβληθεί. Η Αμερικανίδα queer θεωρητικός Elizabeth Freeman ονόμασε αυτή την κοινωνική απαίτηση να ζεις τη ζωή σου σε συγκεκριμένη σειρά "χρονοκανονικότητα": νιότη, γάμος, μητρότητα, απόσυρση. Ο χρόνος ως αόρατη πειθαρχία. Το dancefloor μπορεί να καταργήσει αυτή τη σειρά.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Madonna δεν "γεννήθηκε" σε ένα studio αλλά μέσα σε έναν τέτοιο χώρο, στα clubs της Νέας Υόρκης των αρχών του ’80. Εκεί όπου η πίστα ήταν ένα καταφύγιο για όσους βρίσκονταν στο περιθώριο. Εκεί πήγαινε ως νεαρή τότε χορεύτρια. Για λίγες ώρες, μπορούσε να σταματήσει το παρόν που της υπενθύμιζε ποια ήταν: μια άγνωστη outsider που προσπαθούσε να επιβιώσει προτιμώντας να πληρώσει είσοδο για να χορέψει παρά να φάει. Στην πίστα, όμως, το μέλλον της ήταν πιθανό. Για αυτό και το dancefloor, για εκείνη, δεν ήταν απλώς μια αισθητική αναφορά, αλλά μια υπαρξιακή θέση. Η αφετηρία της.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
Η pop υπήρξε πάντα ένας μηχανισμός επιτάχυνσης, κατανάλωσης και ανακύκλωσης. Όμως σήμερα, η εποχή κυνηγά με άλλες ταχύτητες το επόμενο trend. Η Madonna – ακόμα και αν η ίδια έμαθε στη βιομηχανία να περιμένει την επόμενη εικόνα, την επόμενη μεταμόρφωση – ενδιαφερόταν σχεδόν πάντα για κάτι πιο περίπλοκο. Όχι για το πώς θα κατακτήσει μια στιγμή, αλλά για το πώς θα ανανεώσει τη σχέση μας μαζί της. Ακόμα και όταν εκείνη πάσχιζε να γίνει επίκαιρη, ακόμα και όταν βρέθηκε να κυνηγάει την εποχή της χάνοντας από το παρόν την απόσταση που πάντα την έκανε πιο ενδιαφέρουσα.
Σήμερα, όπου μεγάλο μέρος της μουσικής μοιάζει να παράγεται μέσα από TikTok θραύσματα, συνθέσεις λίγων δευτερολέπτων, αναφορές στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη, πολιτισμικά δάνεια που συχνά μετατρέπονται σε αισθητική κατανάλωση στριμωγμένα μέσα σε υποσχέσεις αυθεντικότητας, η Madonna αφηγείται απλώς μια ιστορία. Τη δική της. Δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την αέναη ανανέωση της pop, αλλά επιστρέφει στο πιο δύσκολο υλικό που διαθέτει ένας καλλιτέχνης: τον εαυτό του.
Στο Confessions II τραγουδά με την κόρη της. Γράφει για τον αδερφό της που πέθανε το 2024. Μοιράζεται στο Bizarre τις μνήμες της από μια θυελλώδη σχέση, ίσως αυτή με τον Sean Penn. Θυμάται τότε που ήταν απλώς ένα ερωτευμένο Lower East Side Girl με κάποιον που έμοιαζε με τον Marlon Brando. Επιτρέπει στον χρόνο, στις απώλειες και στις αναμνήσεις να μπουν μέσα στο έργο της χωρίς να τα μεταμφιέζει σε κάτι άλλο. Με αυτή την αυτοαναφορικότητα, που στην pop συχνά μοιάζει με παγίδα, η Madonna δεν επιστρέφει στον μύθο της από νοσταλγία, αλλά από περιέργεια: τι απομένει όταν ο χρόνος έχει ήδη καταγράψει τα πάντα; Και το κάνει με μια παράδοξη νεανικότητα, με την αφοπλιστική τόλμη κάποιας που δεν έχει πλέον τίποτα να αποδείξει. Και έτσι παίρνει την εξουσία από τον χρόνο και τον μετατρέπει σε καλλιτεχνικό υλικό και προϊόν. Και όχι, δεν χρειάζεται να είμαστε ρομαντικοί. Η Madonna γνωρίζει καλύτερα από όλους ότι η pop είναι και μνήμη και εμπόρευμα. Το θαύμα είναι ότι αυτά τα δύο κατάφερε να τα κάνει να συνυπάρξουν. Ίσως λοιπόν το πιο "Madonna", φαουστικό πράγμα που έκανε ποτέ να μην ήταν όλες αυτές οι προκλήσεις που της έχουμε καταλογίσει, αλλά το ότι αμφισβήτησε τη χρονοκανονικότητα της pop, την ιδέα δηλαδή ότι κάθε καλλιτέχνης έχει μια προβλέψιμη πορεία: από την έκρηξη στην ωρίμανση κι από εκεί στη νοσταλγία ως και τη μουσειακή απόσυρση. Καταπάτησε όλες τις ιδεολογίες του χρόνου, την ίδια στιγμή που έχει υπάρξει το ρολόι μας. Είτε είμαστε φανατικοί ακροατές της είτε όχι. Είτε υπήρξαμε και χρειάστηκε να χωρίσουμε μαζί της στην πορεία. Λίγοι καλλιτέχνες έφτασαν τόσο κοντά στο να γίνουν χρόνος. Ο χρόνος μας. Μονάδα προσωπικής μέτρησης με τραγούδια, δίσκους, περσόνες και εποχές.

Η POP ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΗΧΟΣ
Βέβαια, το Confessions II δεν μας ζητά να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν όταν ακούγαμε τα τραγούδια της. Κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Τοποθετεί εκείνη τη στιγμή απέναντι στο σήμερα και μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει να χορεύεις με ένα διαφορετικό σώμα, μια διαφορετική ηλικία και έναν διαφορετικό κόσμο. Ίσως γι’ αυτό δεν ακούγεται καθόλου νοσταλγική σε αυτή την επιστροφή παρά το ότι βουτά στο παρελθόν της. Οι περισσότερες επιστροφές στην pop βασίζονται στην υπόσχεση ότι μπορούμε να ξαναζήσουμε κάτι όπως ακριβώς ήταν. Η Madonna δεν υπόσχεται κάτι τέτοιο. Ξέρει ότι αυτό είναι αδύνατο. Αν επιστρέφει, επιστρέφει μόνο για να αποδείξει ότι το ίδιο σύμβολο σημαίνει κάτι διαφορετικό όταν αλλάζει ο χρόνος που το περιβάλλει.
Το έχει ξανακάνει στο παρελθόν. Είναι από τους λίγους που έχουν ηχογραφήσει δύο εντελώς διαφορετικά τραγούδια με τον ίδιο τίτλο, Forbidden Love. Το πρώτο Forbidden Love ανήκει στον κόσμο του Bedtime Stories. Είναι σκοτεινό, αισθησιακό, νυχτερινό, εσωστρεφές, βελούδινο και σωματικό. Η απαγορευμένη αγάπη εδώ είναι διεγερτική. Δέκα χρόνια αργότερα, το δεύτερο Forbidden Love γεννιέται μέσα στο Confessions on a Dance Floor. Δεν είναι πια το ίδιο συναίσθημα. Είναι φωτεινό, κοσμικό. Υπάρχει η αίσθηση ότι ορισμένες συναντήσεις ήταν πάντα προορισμένες να συμβούν. Η Madonna δεν πιστεύει ότι το παρελθόν είναι κλειστό. Πιστεύει ότι μπορείς να επιστρέψεις στην ίδια έννοια και να της δώσεις άλλη ζωή. Ότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός αλλά αναθεωρητικός. Επιστρέφεις στην ίδια ιδέα (τον έρωτα εδώ) όχι για να την επαναλάβεις, αλλά για να τη ζήσεις διαφορετικά.
Με έναν τρόπο, η Madonna δεν διαχειρίζεται την ιστορία της σαν ένα brand που πρέπει να προστατευτεί. Τη χρησιμοποιεί σαν μοντάζ. Παίρνει θραύσματα από διαφορετικές δεκαετίες, αισθητικές, εκδοχές του εαυτού της και τα τοποθετεί δίπλα δίπλα μέχρι να δημιουργήσουν ένα νέο νόημα. Όχι ως μια συλλογή αναμνήσεων, αλλά ως μια σύγκρουση εικόνων που παράγει κάτι απρόβλεπτο. Με την έννοια που ο κριτικός λογοτεχνίας και φιλόσοφος Walter Benjamin έβλεπε το μοντάζ: όχι ως άθροισμα στιγμών, αλλά ως τη στιγμή όπου η συνύπαρξή τους αποκαλύπτει μια νέα αλήθεια. Στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ο Benjamin εισάγει τον όρο "Jetztzeit", τον "τώρα-χρόνο", τη στιγμή όπου η γραμμική αφήγηση της ιστορίας διακόπτεται και το παρελθόν συναντά το παρόν σαν αστραπή. Είναι μια στιγμή αφύπνισης, όταν αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι που θεωρούσαμε τελειωμένο εξακολουθεί να δρα μέσα στο σήμερα.
Στο Hung Up οι περισσότεροι θυμούνται το sample των ABBA, όμως το πραγματικό κέντρο του τραγουδιού βρίσκεται σε μια φράση: "Time goes by so slowly for those who wait". Ο χρόνος δεν κυλά με τον ίδιο τρόπο για όλους. Επιβραδύνεται όταν περιμένεις, επιταχύνεται όταν επιθυμείς, σχεδόν εξαφανίζεται όταν χορεύεις.

Η Madonna κατάλαβε νωρίς ότι η pop δεν είναι μόνο ήχος. Είναι ένας τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Γι’ αυτό η καριέρα της δεν έχει μόνο άλμπουμ, χωρίζεται και σε εποχές. Γι’ αυτό και κάθε δεκαετία της γεννούσε έναν νέο τρόπο απόρριψης κάνοντας ορατές τις αντιφάσεις κάθε εποχής. Τη δεκαετία του ’80 προκάλεσε επειδή διεκδίκησε τη σεξουαλικότητα ως δική της γλώσσα. Τη δεκαετία του ’90 επειδή αρνήθηκε να την αφήσει στα χέρια των άλλων. Στα 2000s επειδή δεν αποσύρθηκε. Και σήμερα εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία επειδή επιμένει να κατοικεί ένα σώμα που δεν υπακούει στο κοινωνικό ημερολόγιο που θα της υπαγόρευε μια ευγενική, αξιοπρεπή αποχώρηση.
Κάθε νέα εμφάνισή της προκαλούσε σχεδόν πάντα την ίδια συζήτηση. Πριν μιλήσουμε για τα τραγούδια, μιλάγαμε για το πρόσωπό της, το σώμα της, την ηλικία της, για το αν "δικαιούται" ακόμη να είναι επιθυμητή, προκλητική, υπερβολική. Η Madonna δεν αξιολογείται ποτέ μόνο ως καλλιτέχνιδα. Λειτουργεί σαν καθρέφτης πάνω στον οποίο η κοινωνία επαναδιατυπώνει τους κανόνες της για τη γυναικεία ηλικία. Η δημόσια συζήτηση αντιμετωπίζει τις αισθητικές επεμβάσεις ή την επιμονή της στη σεξουαλική σημειολογία σαν μια άρνηση της ηλικίας. Η Madonna όμως είναι μια γυναίκα που αρνείται να αποδεχθεί ότι υπάρχει μία μόνο σωστή ηλικία για την επιθυμία, τη δημιουργία ή την παρουσία.
Γι’ αυτό, το Confessions II δεν είναι απλώς μια επιστροφή. Είναι μία επιτυχημένη καλλιτεχνικά, σημειολογικά, αλλά και εμπορικά (πήγε στο No1 των charts σε όλο τον κόσμο) απόπειρα για την ίδια να κατασκευάσει έναν "τώρα-χρόνο", μια στιγμή όπου το παρελθόν εμφανίζεται ως ζωντανό υλικό.
Για όλα τα παραπάνω, είναι φτωχή ανάγνωση να βλέπουμε σε εκείνη τα χρόνια της. Γιατί από τότε που ήταν μια νεαρή χορεύτρια στα σκοτεινά υπόγεια της Νέας Υόρκης βρίσκεται σε μια αδιάκοπη "χρονογραφία" με τον ίδιο τον Χρόνο, νικώντας τον. Και έχει υπάρξει τρομερά φιλόξενη στο να μας προσκαλεί στο dancefloor να χορεύουμε μαζί της. Όλοι μαζί. Safety in numbers.

