Μπορεί να έχει αρχιτεκτονική δομή η κατεδάφιση; Ή απλώς χρειάζεται να την αφήνουμε να συμβαίνει;
Η κατεδάφιση είναι η διάλυση της αρχιτεκτονικής. Αποφεύγω ως μηχανικός τέτοιες δουλειές, δεν αντέχω να βλέπω τα σπίτια να γίνονται κομμάτια. Το παράξενο είναι πως δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα άλλο εκτός από το να την αφήσεις να συμβεί. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ελεγχόμενη ή μερική, αλλά ποτέ δεν έχει λογική ή συνέπεια, δεν μπορείς να προβλέψεις δηλαδή ακριβώς τι θα πέσει πρώτο ή αν κάτι θα αντισταθεί πιο σθεναρά απ’ όσο υπολόγιζες. Μιλώντας για το βιβλίο ωστόσο, η απάντηση είναι παρόμοια.
Το γράψιμο είναι κατεδάφιση; Αν ναι, εσείς τι έχετε χτίσει πάνω του;
Το γράψιμο είναι κατεδάφιση κι ανέγερση το ένα πίσω από το άλλο, χωρίς τέλος. Είναι επομένως κάτι απολύτως κουραστικό και παράλογο. Εγώ πάνω στο γράψιμο έχω βάλει ό,τι δεν με νοιάζει να γίνει σκόνη, σχεδόν όλα.
Τι άλλο είναι η δική σας "κατεδάφιση";
Είναι μια τόσο ισχυρή λέξη, που δεν μπορεί να είναι και πολλά πέρα από το απόλυτο νόημά της. Ίσως, καμιά φορά, πολύ σπάνια, να μου θυμίζει και κάτι διαφορετικό, μια δυνατότητα να ξεκουραστεί κάτι, να μη χρειάζεται πια να είναι ακίνητο.
"Στέφανε, τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή": Η πρώτη φράση του βιβλίου μοιάζει να περιέχει ήδη μια ολόκληρη διάθεση απέναντι στον κόσμο. Πόσο το πιστεύετε αυτό και τι μπορεί να κάνει η λογοτεχνία για αυτό;
Το πιστεύω ακόμη. Η πρώτη αυτή φράση γράφτηκε το 2019 περίπου, όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο. Αργότερα ένα γράμμα κλείνει με τη φράση "Ο κόσμος δεν είναι κατοικήσιμος, πρέπει να το καταλάβετε" του Μπρεχτ. Κι αυτό το πιστεύω. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να το ανατρέψει, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να καταδείξει ή δυστυχώς να αποδείξει την ανέμπνευστη αυτή εποχή και στην καλύτερη περίπτωση να δημιουργήσει στους ανθρώπους τη λαχτάρα για κάτι "άλλο", που είναι πολύ εμψυχωτικό και παρήγορο.

Η Κατεδάφιση εμπεριέχει και την έννοια της αποχώρησης; Ένα από τα χαρακτηριστικά της ηρωίδας είναι η μάχη της με τα πράγματα που πρέπει να αποχωριστεί;
Ναι, η αποχώρηση είναι μια παρόμοια έννοια, σημαίνει εξαφάνιση. Η ηρωίδα αποχωρεί την ώρα που θα μπορούσε να στρογγυλοκαθίσει στο σπίτι της, να διώξει τον άνθρωπο που δεν έχει θέση πια εκεί και να κρατήσει τα πράγματα που δεν θέλει να αποχωριστεί. Γιατί δεν το σκέφτηκε ούτε μια στιγμή αυτό; Είναι αυτό που κάνει μεγαλόπρεπο ή βλακώδες; Τίποτε από τα παραπάνω. Έχει δει απλώς ότι το σπίτι κατεδαφίζεται και τρέχει έξω. Είναι θέμα επιβίωσης.
Επίσης, γράφει σε κάποιον που βρίσκεται μακριά, χωρίς η επικοινωνία τους να γίνεται ποτέ μια κανονική συνομιλία. Τι μπορεί να ειπωθεί σε έναν άνθρωπο που δεν απαντά; Είναι η λογοτεχνία μια τέτοιου είδους επικοινωνία;
Όλα μπορούν να ειπωθούν σε έναν άνθρωπο όχι μόνο που δεν απαντά, αλλά και που δεν υπάρχει καν. Σκεφτείτε τους μοναχικούς ανθρώπους, σκεφτείτε τους ανθρώπους που μιλάνε μόνοι τους, τη Σονάτα του Ρίτσου. Άλλωστε η απάντηση και η συνομιλία είναι αποδιοργανωτικές. Σωστά το λέτε, η λογοτεχνία είναι ακριβώς αυτό. Αραδιάζουμε τη γνώμη μας απερίσπαστοι από τους άλλους κι έπειτα ζητάμε να επικοινωνήσουμε με αυτούς τους ίδιους με έναν τρόπο μονόπλευρο και τετελεσμένο.
Θέλατε να είναι σαφές ότι μέρος της προσωπικότητάς της, αλλά και της πραγματικότητας την οποία βιώνει η ηρωίδα, είναι αποτέλεσμα των συνθηκών μέσα στις οποίες εργάζεται;
Είναι σαφές νομίζω από μόνο του το ότι η συνεχής μας ενασχόληση με κάτι μας καθορίζει. Τα μπαρ ειδικά, που είναι μία πολύ συγκεκριμένη, περιορισμένη, επαναληπτική και συνήθως νυχτερινή συνθήκη, σε κάνουν κάποιες στιγμές να μην αντέχεις άλλο να είσαι ανάμεσα σε ανθρώπους, να μιλάς και να ακούς τους άλλους να μιλάνε και να μιλάνε. Πίνεις κιόλας και αρχίζεις να κουράζεσαι και να αλλάζεις. Τις ώρες, επίσης, που δεν δουλεύεις, δεν σημαίνει ότι συνέρχεσαι. Οι συνθήκες κάθε δουλειάς είναι η πραγματικότητα, δεν την επηρεάζουν μόνο. Η ηρωίδα στη δουλειά, μετά από κάποιο σημείο, σταματάει να μιλάει στον κόσμο και κάνει τη γάτα, νιαουρίζει αντί να μιλάει. Δεν νομίζω πως όταν γυρίζει σπίτι της είναι μια χαρά και φτιάχνει γεμιστά ή διαβάζει τη διεθνή επικαιρότητα. Οι λίγες ώρες που έχει κανείς να φάει και να ζήσει πριν ή μετά τη δουλειά εμπεριέχουν και πάλι τη δουλειά. Η υποτιθέμενα μη επισφαλής εργασία είναι εξίσου καθοριστική, ίσως λιγότερο εκφυλιστική αλλά, και πάλι, αν δεν ξέρεις πώς να αντιστέκεσαι —και πώς να ξέρεις!— άλλη δουλειά μπορεί να σε μετατρέψει σε φαφλατά, άλλη σε ρομπότ, σε καχύποπτο, σε υπερόπτη, σε θυμωμένο (όλοι είναι θυμωμένοι!), σε ό,τι θες.
Υπάρχει στην ηρωίδα η αίσθηση ότι διαρκώς αναζητά κάτι, μετακινείται, αλλάζει χωρίς να είναι βέβαιο ότι πλησιάζει περισσότερο σε αυτό που θέλει. Είναι αλήθεια αυτό;
Έχετε δίκιο. Δεν πλησιάζει καθόλου. Είχε όμως τέτοιο σκοπό; Δεν ξέρω να σας πω. Δεν τα πάω καλά με τους στόχους και τις μεθόδους. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύω πως είναι εύκολος ο εντοπισμός ή καλύτερα η δημιουργία της επιθυμίας. Ποιος ξέρει τι θέλει ακριβώς; Ποιος ξέρει να θέλει; Εννοώ να θέλει ωραία και καθαρά και τόσο ισχυρά που όταν κατακτήσει κάτι να πει "αυτό το πράγμα είναι ακριβώς όπως το φαντάστηκα και δεν θέλω τίποτε άλλο". Έτσι, η αναζήτηση της ηρωίδας νομίζω πως δεν εξαρτάται από την εύρεση. Δεν έχει να κάνει με τα αποτελέσματα, γι’ αυτό και δεν τελειώνει ακριβώς.

Πότε καταλαβαίνουμε ότι κάτι έχει γκρεμιστεί; Χρειάζεται πάντα να χτίσουμε κάτι άλλο στη θέση του;
Το ότι κάτι έχει γκρεμιστεί το βλέπουμε μόνο όταν έχει γίνει αγνώριστο. Το ότι κάτι όμως πρόκειται να γκρεμιστεί είναι αμήχανο να το προβλέψουμε. Βλέπουμε την κλίση, τους τοίχους που ανοίγουν, φοβόμαστε λιγάκι αλλά ποτέ δεν πιστεύουμε ακριβώς ότι το σπίτι μας θα πέσει. Κι έπειτα, δεν χρειάζεται να κάνει κανείς τίποτα. Μπορεί να καθίσει πάνω στα χαλάσματα όσο θέλει. Απλώς δεν είναι βολικά. Κι άλλωστε μετά από λίγο ξεχνάει γιατί καθόταν εκεί. Έτσι αρχίζει σιγά-σιγά να περιφέρεται. Πάει λίγο πιο πέρα. Κι εκεί ξεκινά να φτιάχνει πάλι κάτι γιατί είναι ανεπίδεκτος, είναι άνθρωπος.
Στο βιβλίο, πράγματα κατηφορίζουν, αλήθειες σταματούν να ισχύουν, αντικείμενα ζωντανεύουν και ξεχνιούνται. Υπάρχει όμως πάντα η διάθεση της συνέχειας. Εγώ σε αυτό βρίσκω τον ωραιότερο ρομαντισμό. Τον ρεαλιστικό. Το γράψιμο είναι ρομαντικό;
Βρίσκω ρομαντική τη συνέχεια. Η Σάρα στο Άνεμος Αγάπης του Κασσαβέτη αναρωτιέται αν η αγάπη είναι ένα συνεχές ρεύμα, μια συνεχόμενη ροή. Βρίσκω φοβερά αντι-ρομαντική, σχεδόν απεχθή τη διάθεση για κάτι καινούργιο. Τίποτα δεν είναι καινούργιο, η αγάπη δεν είναι ποτέ καινούργια, είναι ίδια, ενιαία, συνεχής. Δεν ξέρω αν γίνεται ο ρομαντισμός να είναι ρεαλιστικός, δηλαδή τεκμηριωμένος, εφικτός. Μου αρέσει ωστόσο δύο αντίθετες έννοιες να έρχονται έτσι, δίπλα-δίπλα. Ρωτάτε για παράδειγμα αν το γράψιμο είναι ρομαντικό και ναι, είναι, θέλει να σε φέρει κοντά με όλο τον κόσμο ενώ την ίδια ώρα είσαι παντελώς μόνος και βασανίζεσαι τόσο ρεαλιστικά με τα χαρτιά και τον υπολογιστή σου.

Μία από τις επιστολές σας στον Στέφανο τελειώνει με το "χτες έφτιαξα ένα σημείο στο οποίο μπορώ να ζήσω χωρίς την αγάπη". Υπάρχει άραγε ένα τέτοιο σημείο; Θα ήταν ωραίο να υπήρχε; Πώς θα έμοιαζε για την ηρωίδα σας ή και για εσάς;
Όχι, δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, τι να πω; Πρέπει να είναι ένα αποτρόπαιο μέρος. Δεν πιστεύω πως υπάρχει σημείο χωρίς αγάπη, ούτε και γι’ αυτή τη γυναίκα η οποία μάλιστα έγραψε ότι το έφτιαξε αυτό το μέρος. Μας λέει ψέματα. Γιατί ακόμη και χωρίς την αγάπη υπάρχει η ανάμνηση αυτής, η ανάγκη για αυτή, μπορείς να τη σκεφτείς δηλαδή, να τη θυμηθείς ή να την αναγνωρίσεις κάπου αλλού, να συνεχίζει με ή χωρίς εσένα και την πίστη σου σε αυτήν.
Η Κατεδάφιση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

