Ήσασταν στον θίασο του Λευτέρη Βογιατζή όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το Cleansed το 2001. Tώρα, επιστρέφοντας στο έργο της Sarah Kane στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καραντζάς, νιώθετε ότι κλείνει και ένας προσωπικός κύκλος;
Χ.Λ: Η συμμετοχή μου στη φετινή παράσταση ήταν, πράγματι, σαν να κλείνει ένας κύκλος για εμένα. Ήταν από τις πρώτες δουλειές μου, στην αρχή της καριέρας μου, σε μια πολύ ιδιαίτερη και απαιτητική συνθήκη: ένα σκληρό, δύσκολο έργο, σε μια εποχή που δεν είχαμε ακόμη μεγάλη εξοικείωση με τόσο "in your face" υλικό. Ήμασταν νέοι, δουλεύαμε με έναν πολύ απαιτητικό σκηνοθέτη, κάναμε ατελείωτες πρόβες και, στην ουσία, δεν ξέραμε τίποτα. Όχι ότι τώρα ξέρουμε, αλλά σίγουρα γνωρίζουμε λίγο καλύτερα τον εαυτό μας. Εγώ, τουλάχιστον. Εκείνη η εμπειρία με σημάδεψε βαθιά, και ως άνθρωπο και ως ηθοποιό. Κουβαλώντας αυτή τη μνήμη, υπήρχε μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση στην επιστροφή αυτή.
Έχοντας αυτή τη διπλή εμπειρία, αναρωτηθήκατε αν έχει σημασία το "πότε" ανεβαίνει ένα έργο;
Χ.Λ: Αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να το γνωρίζει πραγματικά. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα προκύψει, τι θα συμβεί τη στιγμή που μια παράσταση θα συναντήσει το κοινό, ούτε όταν παίρνεται η απόφαση ούτε όταν βρίσκεται σε εξέλιξη. Ακόμη κι αν πιστεύεις ότι έχεις όλα τα δεδομένα, υπάρχει ένα όριο στο τι θεωρούμε ότι αντέχει μια κοινωνία, τι χρειάζεται ή τι είναι επίκαιρο. Και αυτό το όριο δεν είναι απολύτως προβλέψιμο.
Γι’ αυτό και δεν στέκομαι τόσο στην κοινωνικοπολιτική διάσταση, στο κατά πόσο, για παράδειγμα, είμαστε εξοικειωμένοι με τη βία. Το έργο αγγίζει κάτι πιο πυρηνικό, πιο προσωπικό. Απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά και, μέσα από αυτή τη διαδρομή, μπορεί να γίνει συλλογικό. Τα ζητήματα και τα ερωτήματα που θέτει δεν αλλάζουν: η αδυναμία του ανθρώπου να συνδεθεί πραγματικά με έναν άλλο, τι σημαίνει έρωτας, πληρότητα, ταυτότητα. Αυτά δεν παύουν ποτέ να μας αφορούν. Άρα το έργο δεν μπορεί να γίνει ανεπίκαιρο.
Όσον αφορά τη βία, όσο κι αν λέμε ότι έχουμε εξοικειωθεί, η εμπειρία δείχνει το αντίθετο. Στις παραστάσεις κάποιοι φεύγουν, δεν αντέχουν. Κάθε μέρα βλέπουμε ανθρώπους να μην αντέχουν. Ίσως η απόσταση μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αντοχής, όμως άλλο είναι να παρακολουθείς κάτι από μακριά και άλλο να το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου. Να νιώθεις ότι θα συμβεί, ακόμη και στη συνθήκη μιας θεατρικής παράστασης.

Όταν αποφασίσατε να είστε στον θίασο του σημερινού Cleansed, υπήρξε κάτι που έκανε αυτή την απόφαση πιο δύσκολη; Είχατε κάποια επιφύλαξη;
Χ.Λ: Δεν με ανησύχησε κάτι συγκεκριμένο. Περισσότερο υπήρχε μια αγωνία, μια εσωτερική πρόκληση. Να καταφέρω τώρα όσα δεν μπόρεσα τότε, να προσεγγίσω πράγματα που, για διάφορους λόγους, μου είχαν ξεφύγει. Ήθελα, επίσης, να επιστρέψω σε περιοχές του έργου που δεν μπορούσα να "επισκεφθώ" την προηγούμενη φορά. Να δω τι έχει μείνει μέσα μου έπειτα από 25 χρόνια. Αν το βλέπω πια με τα ίδια μάτια ή αν έχει αλλάξει ο τρόπος που το κατανοώ και το βιώνω. Ένιωθα, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά περιέργεια. Μια ανάγκη να αναμετρηθώ ξανά και με το έργο και με τον εαυτό μου.
Είπατε ότι στον πυρήνα αυτής της παράστασης βρίσκεται το ανικανοποίητο του ανθρώπου να ενωθεί μέσα από τη σύνδεση, την αγάπη, την επικοινωνία. Δεν είναι σκληρό και την ίδια στιγμή τρυφερό αυτό;
Χ.Λ.: Ναι, γιατί αυτά συνυπάρχουν. Όπως συνυπάρχουν και στη ζωή μας, κάθε μέρα. Είναι βαθιά τρυφερό να νιώθεις ότι αγαπάς κάποιον, να ζητάς την εμπιστοσύνη του, να του απλώνεις το χέρι. Κάποια στιγμή, όμως, αυτό το χέρι πιστεύει ότι είναι το μόνο που υπάρχει. Και εκεί εισβάλλει η σκληρότητα της ζωής, για να σου θυμίσει κάτι που δεν λέγεται πάντα εύκολα. Ίσως γιατί είναι δύσκολο να το χωρέσουμε σε λέξεις. Ούτε εγώ μπορώ να το πω αυτή τη στιγμή.

Σε εσάς, πολύ προσωπικά, τι ενεργοποιεί περισσότερο τη σκληρότητα μέσα σας;
Χ.Λ: Η επιβίωση. Αυτό είναι που με κάνει σκληρό. Όταν το μυαλό μου λέει ότι πρέπει να κάνω κάτι που δεν θέλω, θα σκληρύνω την καρδιά μου για να το καταφέρω. Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές που ενεργοποιείται από κάτι που δεν μπορώ καν να το ονοματίσω. Αλλά, ακόμη κι έτσι, πιστεύω πως πάλι με την επιβίωση σχετίζεται. Σκέφτομαι καμιά φορά την εικόνα ενός ανθρώπου που πνίγεται: μέσα στον πανικό του μπορεί να πνίξει ακόμη και εκείνον που πάει να τον σώσει. Είναι ένα σκοτεινό, αλλά πολύ ανθρώπινο αντανακλαστικό.
Κι αυτό κάτι λέει για το πόσο βαθιά είναι ριζωμένη μέσα μας η ανάγκη της επιβίωσης. Δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τη δική μας σκληρότητα. Καθόλου. Υπάρχει μια βαθιά άρνηση απέναντι στη σκληρότητά μας. Την έχουμε δαιμονοποιήσει. Νομίζω πως όλοι θέλουμε να πιστεύουμε, και κάπως να νανουριζόμαστε με αυτή την ιδέα, ότι είμαστε τρυφεροί, ηθικοί, "απαλοί" άνθρωποι. Ίσως αυτό να είναι και μια παρενέργεια μιας στρεβλής, δυτικότροπης ανάγνωσης της ταυτότητάς μας. Ο Έλληνας έχει μεγαλώσει με τύψεις. Ο δυτικός άνθρωπος με ενοχές.
Ωστόσο υπάρχει διαφορά. Οι τύψεις σχετίζονται με κάτι που έκανες σωστά ή λάθος. Οι ενοχές είναι πιο υπαρξιακές, πιο διάχυτες, πιο δύσκολα προσδιορίσιμες. Και επειδή ως δυτικοί πλέον κουβαλάμε αυτές τις ενοχές, προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από την ιδέα της σκληρότητας, να μην αναγνωρίσουμε ότι μας αφορά, ότι την έχουμε. Όταν, όμως, δεν μπορούμε πια να την αγνοήσουμε, τη μεταφράζουμε αλλιώς: τη λέμε "κυνισμό" και μέσω αυτού παραδεχόμαστε τη σκληρότητά μας.
Αυτό όμως που δυσκολευόμαστε πραγματικά να παραδεχτούμε είναι ότι μπορούμε να είμαστε σκληροί χωρίς λόγο, χωρίς τραύμα, χωρίς αφορμή. Ότι η σκληρότητα δεν είναι πάντα αντίδραση, είναι και δυνατότητα. Είναι έτσι κι αλλιώς μέσα μας. Και ίσως, αρνούμενοι να τη δούμε, να καταλήγουμε τελικά πιο "μαλακοί" απ’ όσο νομίζουμε. Μαλθακοί όχι από επιλογή, αλλά από έλλειψη επίγνωσης.
Επόμενη στάση, ακόμα μία συνεργασία με τον Νίκο Καραθάνο, με το Τζένη Τζένη.
Χ.Λ: Όταν μου είπε ο Νίκος ότι θέλει να κάνει το Τζένη Τζένη, στην αρχή γέλασα, αλλά μετά σταμάτησα και σοβάρεψα. Γιατί πάντα κάτι του αποκαλύπτεται με έναν τρόπο που δεν είναι άμεσα προφανής στους άλλους. Είναι στενός μου φίλος εδώ και πολλά χρόνια. Έχουμε μοιραστεί πολλές δουλειές, πολλές στιγμές. Και αυτή η συνεργασία έχει κάτι πολύ απλό και χαρούμενο μέσα της. Σαν να σου λέει ένας φίλος "έλα το καλοκαίρι στο εξοχικό, να παίξουμε". Κάπως έτσι το νιώθω κι εγώ. Σαν μια συνάντηση με χαρά, ελευθερία και εμπιστοσύνη.

Τα έργα που υπογράφει ο Νίκος Καραθάνος έχουν συνήθως μια λαϊκότητα και καταλήγουν σε μια συγκινητική εκστατική γιορτή. Τι από αυτά υπάρχει τώρα στο Τζένη Τζένη;
Χ.Λ: Η χαρά του παιχνιδιού και μέσα από αυτό, η δυνατότητα να συγκινηθείς. Αυτό είναι που συγκινεί και τον ίδιο τον Καραθάνο: το παιχνίδι ως διαδικασία. Το Τζένη Τζένη είναι ένα πασίγνωστο έργο, δεν έχει φοβερές φιλοσοφικές προεκτάσεις, αλλά είναι και κάτι πολύ οικείο: μια ελληνική ταινία με την οποία μεγαλώσαμε. Η επιθυμία του είναι να επιστρέψουμε σε αυτή την πιο παιχνιδιάρικη περιοχή μέσα μας. Δεν υπάρχει μια αυστηρή πρόθεση ή μια "αποστολή". Γιατί, τελικά, όταν παίζεις καλά, όταν παίζεις με βάθος, δεν χρειάζεται το νόημα να είναι δηλωμένα "βαθύ".
Ακόμη και μέσα σε κάτι φαινομενικά ελαφρύ ή εύπεπτο, μπορεί να υπάρξει αληθινή συγκίνηση. Δεν πρόκειται, όμως, για ένα έργο που θέλει να αντιγράψει την ταινία ή να αναβιώσει την πλοκή της. Αντλεί από μια αγαπημένη ιστορία, που υπάρχει στη συλλογική μνήμη εδώ και δεκαετίες, αλλά στέκεται απέναντί της με ελευθερία. Είναι μια αναφορά, όχι μια αναπαράσταση. Και, με έναν τρόπο, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς όταν πρόκειται για τον Νίκο.

Η μετάβασή σας από ένα έργο με τόσο έντονη ψυχοσυναισθηματική και σωματική έκθεση όπως το Cleansed σε κάτι πιο παιχνιδιάρικο λειτούργησε ανακουφιστικά;
Χ.Λ: Δεν έχει γίνει ακόμη αυτή η μετάβαση, είμαστε ακόμα στις πρόβες. Αλλά είναι ωραίο, έχει πλάκα. Σαν ένα διάλειμμα, με την έννοια ότι δοκιμάζεις κάτι πιο ελαφρύ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και εύκολο. Κάθε άλλο. Απλώς σκέφτομαι ότι εδώ δεν θα χρειαστεί να "σκοτώσω" κανέναν πάνω στη σκηνή ή να ναρκώσω κάποιον. Κι αυτό από μόνο του κάτι αλλάζει. Παρ’ όλα αυτά, η δυσκολία παραμένει, απλώς είναι διαφορετικής φύσης. Από την άλλη, νομίζω πως στη δουλειά μας, αν πάρουμε τα πράγματα υπερβολικά βαριά, δεν λειτουργούν. Ακόμη και οι τραγωδίες χρειάζονται μια ελαφρότητα στον τρόπο που τις προσεγγίζεις. Το ίδιο ισχύει και για τη ζωή. Έχουμε, ίσως, κουραστεί λίγο από την εμμονή με το "σημαντικό". Σημαντικό είναι να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα σαν να μην είναι σημαντικά.
Ίσως έτσι μπορούμε τελικά να τα δούμε ως πραγματικά σημαντικά.Κάπως έτσι δεν συμβαίνει και με τα κινήματα; Όταν τα "τσιμεντώνουμε", τα κάνουμε άκαμπτα.
Χ.Λ: Ναι, τα μετατρέπουμε σε κάτι σαν θρησκείες και τελικά τα αποξηραίνουμε. Χάνουν τη ζωντάνια τους. Προσπαθούμε συχνά να μιλήσουμε για όλα με μια υπερβολική σοβαρότητα. Αλλά η σοβαρότητα δεν θα έπρεπε να είναι βάρος. Και, ίσως, τα πιο ουσιαστικά πράγματα χρειάζονται έναν τρόπο πιο ελαφρύ για να ειπωθούν.
Ποιο είναι το πιο ύπουλα αστείο στοιχείο του ήρωά σας στο Τζένη Τζένη;
Χ.Λ: Υπάρχει ένα πολύ ωραίο μοτίβο: κάθε φορά που πίνει, κάνει και μια βλακεία. Όταν πίνει, δεν ξέρει τι κάνει. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που, σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, θα βρεθούν μπλεγμένοι. Κουβαλάει μια ανασφάλεια και μια ανευθυνότητα μαζί. Δεν είναι ποτέ σίγουρος για τον εαυτό του, δεν ξέρει πάντα τι λέει ή τι κάνει.
Κι όμως, αυτό τον άνθρωπο θέλουν να τον κάνουν πολιτικό…
Χ.Λ: Ναι, είναι ένας νέος από εύπορη οικογένεια εφοπλιστών, που δεν κάνει ουσιαστικά τίποτα, ζει εις βάρος της. Παρ’ όλα αυτά, προορίζεται για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Είναι, με έναν τρόπο, μια ύπουλα πολιτική κωμωδία το Τζένη Τζένη. Άλλωστε, βασίζεται και σε ένα αντίστοιχο γαλλικό έργο, άρα δεν μιλάμε για ένα καθαρά ελληνικό φαινόμενο. Είναι κάτι που συμβαίνει και έχει συμβεί παντού. Να αποκτούν, δηλαδή, πολιτική εξουσία τέτοιοι άντρες.
* Το Τζένη Τζένη ανεβαίνει από 23/4 έως 17/5 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η παράσταση Cleansed θα παίζεται έως τις 5/4 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και θα επιστρέψει το φθινόπωρο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: KOSTAS SAPPI
STYLING: ΒΙΒΙΑΝ ΡΟΥΒΕΛΑ
GROOMING: ΙΡΙΔΑ ΑΝΚΑ/BEEHIVE ARTISTS

