Η editor in chief του ELLE γράφει στο editorial Φεβρουαρίου για τη μεγάλη ύφεση των σχέσεων σήμερα

Πάντα κάποιες σχέσεις θα φθείρονται και θα τελειώνουν...Πόσο διατεθειμένοι είμαστε, όμως, να περπατήσουμε στην έρημο και πόσο βαθιά, προκειμένου να συναντήσουμε το νέο με το οποίο θα συνδεθούμε ή το παλιό με το οποίο θα ξανασυστηθούμε;

Η editor in chief του ELLE γράφει στο editorial Φεβρουαρίου για τη μεγάλη ύφεση των σχέσεων σήμερα iStock

"Όλες οι ηρωίδες μου και οι ήρωες μου είναι μόνοι ή παλεύουν να μείνουν μόνοι. Δεν έχουν πειστεί καθόλου για την αναγκαιότητα της συνύπαρξης", μας λέει η συγγραφέας Χρηστίνα-Καλλιρόη Γαρμπή στη συνέντευξη που μας παραχωρεί στο τεύχος Φεβρουαρίου. Ενώ κάποιες σελίδες μετά, θα διαβάσετε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για τη μεγάλη κρίση που περνάει η φιλία στην εποχή της υπερσυνδεσιμότητας, σήμερα που θεωρητικά είμαστε διαρκώς online με όλους και με όλα, αλλά ταυτόχρονα ασύνδετοι και μόνοι. Αυτά με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι εδώ και μία εβδομάδα ανταλλάσσω με τον καλύτερό μου φίλο αναπάντητες κλήσεις (μία δεν το σηκώνει εκείνος, μία δεν το σηκώνω εγώ) και με την καλύτερή μου φίλη sms, σύντομα "σημεία ζωής" δηλαδή, κάτι που φανερώνει ότι "υπάρχουμε", "ζούμε", "προχωράμε", ενώ παράλληλα αδυνατούμε να αφιερώσουμε η μία στην άλλη λίγο περισσότερο από τον χρόνο μας. Τι (μας) συμβαίνει;

Σε άρθρο της για την κρίση που περνούν οι ανθρώπινες σχέσεις στην ιστοσελίδα του Εργαστηρίου Ηγεσίας και Ευτυχίας του Harvard Kennedy School του Πανεπιστημίου του Harvard, η Carolyn Bruckmann κάνει λόγο για πολιτισμική μετατόπιση, για μια αλλαγή κουλτούρας, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η εργασία μας, η οποία έχει αναδειχτεί η κυρίαρχη κοινωνική μας ταυτότητα. Αν κάποιος μας ρωτήσει τι κάνουμε στη ζωή μας, φυσικά και θα απαντήσουμε "είμαι ιδιωτικός υπάλληλος / δικηγόρος / δουλεύω σε σούπερ μάρκετ" και όχι "έχω τρεις κολλητές φίλες και συνήθως βγαίνουμε στο Παγκράτι".

Την ίδια στιγμή, η αναφορά στο βεβαρημένο πρόγραμμά μας, οι φράσεις "είμαι στη δουλειά", "μπαίνω σε meeting", "πήζω", κάνουν τους φίλους μας να… οπισθοχωρούν και βάζουν τέλος στις εν εξελίξει τηλεφωνικές συνομιλίες ή καταδικάζουν εκείνες που επρόκειτο να συμβούν, πριν συμβούν. Η κάθε είδους επικοινωνία και οι συναντήσεις με τους δικούς μας ανθρώπους, όταν μπαίνει η δουλειά στο προσκήνιο, μετατίθενται για το απόγευμα, για αύριο, για μεθαύριο και τελικά δεν συμβαίνουν ποτέ. Από την άλλη πλευρά, υπερφορτωμένοι από την υπερσυνδεσιμότητα που βιώνουμε και την κινούμενη σε φρενήρεις ρυθμούς καθημερινότητά μας, το βράδυ, στο σπίτι, απομονωνόμαστε, γιατί έτσι πιστεύουμε ότι θα ησυχάσουμε και θα ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας.

Και κάπως έτσι οι φιλικές και κοινωνικές επαφές μας σήμερα λειτουργούν όπως η γυμναστική: αφού την κάνουμε, νιώθουμε πολύ καλύτερα, αλλά για να καταφέρουμε να κινητοποιηθούμε και να πάμε μέχρι το γυμναστήριο πρέπει να σπαταλήσουμε άπειρη ενέργεια.

Στο ίδιο κείμενο με τίτλο Η Φιλία σε Ύφεση: η Χαμένη Τέχνη της Σύνδεσης, η Bruckmann αναφέρει ότι η μοναχικότητα και η απομόνωση τείνουν πλέον να μην είναι μια συνειδητή επιλογή, αλλά μια αυτόματη, προκαθορισμένη στάση ζωής. "Όταν η μοναχικότητα δεν χρησιμοποιείται σωστά, δεν χάνουμε απλώς κοινωνικές σχέσεις, αλλά χάνουμε και την ικανότητά μας να τις δημιουργούμε και να τις διατηρούμε. Αν δεν αναδιαμορφώσουμε συνειδητά τις προτεραιότητές μας και δεν ξαναμάθουμε πώς να καλλιεργούμε ουσιαστικές σχέσεις, διακινδυνεύουμε ένα μέλλον όπου η σύνδεση —μία από τις θεμελιώδεις πηγές ευτυχίας και ευημερίας— θα ξεθωριάσει στο παρασκήνιο της ζωής μας", τονίζει.

Και, φυσικά, η επικοινωνία μέσω των social δεν συμβαίνει μόνο λόγω έλλειψης χρόνου, αλλά και γιατί μας κρατάει βολεμένους. Μας δίνει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας: μπορούμε να ελέγξουμε τι και πώς θα το στείλουμε, έχουμε χρόνο αντίδρασης, δεν νιώθουμε εκτεθειμένοι και, βέβαια, δεν είναι απαραίτητο να εξασκήσουμε τις επικοινωνιακές μας δεξιότητες ούτε να βιώσουμε την έκθεση και την ευαλωτότητα που απαιτούν οι face to face επαφές.

Και κάπου εκεί έρχεται η νευροεπιστήμη να μας υπενθυμίσει ότι η κοινωνική απομόνωση —και συχνά το αίσθημα απόρριψης που νιώθουμε ως αποτέλεσμα ενός αποκλεισμού για τον οποίο συνήθως έχουμε και οι ίδιοι μερίδιο ευθύνης— αυξάνει τις φλεγμονές στον οργανισμό μας, ενώ ενεργοποιεί τις ίδιες νευρωνικές οδούς με τον σωματικό πόνο.

Έπειτα, λοιπόν, από τα χρόνια του εγκλεισμού λόγω πανδημίας και τον μαραθώνιο reunions και εξόδων που ακολούθησαν, προκειμένου να συνδεθούμε με τους φίλους, την οικογένεια και τις επαφές μας, όλα δείχνουν ότι πλέον βιώνουμε ο καθένας έναν προσωπικό εγκλεισμό, με τις κάθε είδους σχέσεις να ζουν τη μεγάλη τους ύφεση. Όπως οι ήρωες της Γαρμπή, αμφισβητούμε την αναγκαιότητα της συνύπαρξης, παρόλο που γνωρίζουμε ότι κατά βάθος την έχουμε ανάγκη, είναι βασική για την ψυχική και σωματική υγεία μας, για την καλή ψυχολογία, για το ευ ζην μας. Συχνά, επηρεασμένοι από γάμους που δεν ευοδώθηκαν, φιλίες που τελείωσαν και επαγγελματικές σχέσεις που καταστράφηκαν, πιστεύουμε ότι η μοναχικότητα θα μας θωρακίσει και θα μας γλιτώσει από περιττά βάσανα και μελλοντική ταλαιπωρία. Για τον Sam Carr, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Bath, η μοναχικότητα είναι μεν κομμάτι του εαυτού μας και οφείλουμε να τη σεβαστούμε, τη σύνδεση, όμως δεν πρέπει να σταματήσουμε να την επιζητούμε, όσα κεφάλαια σχέσεων και αν κλείσουν. Ο ίδιος έχει δηλώσει στον Matt Warren για άρθρο στο bbc.com: "Στη ζωή, πολλά πράγματα με τα οποία νιώθουμε συνδεδεμένοι συχνά τελειώνουν (...) Και αυτό που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι μετά από αυτό είναι να επανεφεύρουν τον εαυτό τους και να συνδεθούν με κάτι διαφορετικό. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει σε μια νύχτα. Υπάρχει μια περίοδος, κάτι σαν έρημος την οποία πρέπει να διασχίσεις για να γίνεις ο νέος σου εαυτός. Και είναι αναπόφευκτο ότι αυτή η διαδρομή θα είναι μοναχική. Ωστόσο πρέπει να την αξιολογήσουμε ως μέρος της υπαρξιακής πραγματικότητας του να είμαστε άνθρωποι, και όχι ως μια ένδειξη ότι είμαστε χαλασμένοι ή χρειαζόμαστε επιδιόρθωση".

Πάντα κάποιες σχέσεις θα φθείρονται και θα τελειώνουν, η δουλειά θα συνεχίσει να μας δίνει το άλλοθι για να παραμείνουμε απομονωμένοι και ο ψηφιακός κόσμος θα εξακολουθεί να μας παρέχει "ευκολίες" για γρήγορη, αλλά ανούσια συνδεσιμότητα. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να περπατήσουμε στην έρημο και πόσο βαθιά, προκειμένου να συναντήσουμε το νέο με το οποίο θα συνδεθούμε ή το παλιό με το οποίο θα ξανασυστηθούμε.

Μαρία Πατούχα

mpatoucha@atticamedia.gr