Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρµπή: "Οι ήρωές µου είναι φίλοι µου"

Οι ήρωες και οι ηρωίδες της δεν πείθονται για την αναγκαιότητα της συνύπαρξης, κουβαλούν χιούµορ, χάος και µικρές αποκαλύψεις. Η συγγραφέας της συλλογής διηγηµάτων Τώρα Όµως δεν Έχουν Συµβεί Όλα Αυτά µιλά για τους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν µέσα της και µετά το τέλος της ιστορίας τους.

Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρµπή: "Οι ήρωές µου είναι φίλοι µου"

Η πρώτη σας συλλογή διηγηµάτων φέρει τον τίτλο Τώρα Όµως δεν Έχουν Συµβεί Όλα Αυτά (εκδ. Κείμενα). Τι έχει συµβεί για εσάς µέχρι τώρα, µετά την έκδοσή της;

Είναι άλλη η αίσθηση που έχω για κάτι που έχω γράψει πριν αυτό εκδοθεί και τελείως άλλη µετά την έκδοσή του. Λες και επειδή το κοιτάζουν πλέον και άλλοι άνθρωποι, αλλάζει το ίδιο το βιβλίο. Αυτό µου συνέβη και µε τα διηγήµατα. Τα έγραψα το φθινόπωρο του ’23, δηλαδή µια διετία πριν κυκλοφορήσουν, και τώρα που εκδόθηκαν µου φαίνονται διαφορετικά! Όχι καλύτερα ή χειρότερα: διαφορετικά. Με αυτό το δεδοµένο, της συνάντησης εκ νέου µε το ίδιο µου το βιβλίο, συζητάω µε εκείνους που το διάβασαν. Μιλάµε για την αφήγηση, τους χαρακτήρες, τις ιστορίες, το πώς και το τι του βιβλίου. Συναντώ την εαυτή µου των δύο χρόνων πριν και βλέπω την απόσταση που µας χωρίζει και τι έµεινε ίδιο. Είναι µια δυναµική επεξεργασία πολλών πραγµάτων σε δηµιουργικό και προσωπικό επίπεδο.

Ποια είναι η ιστορία της συλλογής; Το µικρό διήγηµα πίσω από την έκδοσή της;

Ήταν ένα τρίµηνο που πήγαινα κάθε απόγευµα στο ίδιο σηµείο του Υµηττού. Στην αρχή ενός µεγάλου χωµατόδροµου που τέµνει τη νότια πλευρά του βουνού. Από εκεί µπορείς να δεις ένα µεγάλο κοµµάτι της Αθήνας από ψηλά, µέχρι τη θάλασσα και τα νησιά απέναντι. Έτρεχα σε αυτόν το χωµατόδροµο γύρω στα οχτώ χιλιόµετρα κάθε µέρα και µετά γύριζα σπίτι και έγραφα. Είναι ο χωµάτινος δρόµος της αφιέρωσης του βιβλίου. Εκεί που συναντάει η Μ. την αλεπού στο διήγηµα Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές. Ήταν από τους πιο όµορφους µήνες της ζωής µου. Από όταν άφησα την υποκριτική και το θέατρο, βιοπορίζοµαι δουλεύοντας ως DJ κάποια βράδια της εβδοµάδας. Αυτός είναι ο τρόπος που έχω βρει για να εξασφαλίζω τα πρωινά µου ελεύθερα για γράψιµο και για δουλειά πάνω στις ταινίες µου. Οπότε, εκείνη την περίοδο, έγραφα το πρωί, έκανα διάλειµµα για τρέξιµο στο βουνό, γυρνούσα και συνέχιζα το γράψιµο ή πήγαινα για δουλειά µέχρι τα ξηµερώµατα.

Η συλλογή βγήκε κάπως µόνη της από µέσα µου. Απλώς µια µέρα του Σεπτέµβρη ξεκίνησα να γράφω µια ιστορία για έναν τύπο που έχει αγοράσει ηλεκτρονικά µια πανάκριβη αιώρα, αλλά δεν του τη φέρνουν και έτσι δεν µπορεί να φύγει για διακοπές. Περιµένει και περιµένει και περιµένει µέσα στο σπίτι βδοµάδες ολόκληρες. Έπειτα, σιγά σιγά, άρχισαν να παρελαύνουν µέσα στο σαλόνι µου οι χαρακτήρες των υπόλοιπων ιστοριών και να περνάµε χρόνο µαζί. Η µία ιστορία έφερνε την άλλη. Σταµάτησα όταν τα διηγήµατα έγιναν δεκατρία – ο αγαπηµένος µου αριθµός και ο αριθµός διηγηµάτων που έχουν οι Οικογενειακοί Δεσµοί της Clarice Lispector, ένα βιβλίο που ήταν αποκάλυψη για εµένα.

Αντωνίου
Photo: Σοφία Αντωνίου

 

Σε µια παρουσίαση της ποιητικής συλλογής σας Άπω Αργεντινή, η οποία προηγήθηκε των διηγηµάτων, είχατε πει ότι µέσα από την ποίηση ψάχνετε µια εναλλακτική, έναν άλλο χώρο. Πείτε µας γι' αυτό και για το τι αναζητήσατε µέσα από τη µικρή φόρµα των διηγηµάτων; Είναι η ίδια αναζήτηση;

Στην Άπω Αργεντινή ανακάλυπτα —ευχόµουν— την ύπαρξη ενός άλλου χώρου, όντως. Εδώ, νοµίζω πως η αναζήτησή µου είχε να κάνει πιο πολύ µε τη διαχείριση των ιστοριών που ξεπηδούσαν σαν φυσαλίδες µέσα στο κεφάλι µου. Έπαιζα. Η φόρµα του πεζού λόγου µού έδινε την ευκαιρία να το τραβήξω σε έκταση, να γράψω επακριβώς αυτό που θέλω ή αυτό που φοβάµαι να πω, να µε εκπλήξω, να φτιάξω κορυφώσεις, χαρακτήρες, πιθανά τέλη. Άρχισα να ενώνω κοµµάτια από όνειρα που έχω δει µε τα τοπία της γειτονιάς µου, της πόλης µου, των ανθρώπων που έχω συναντήσει ή έχω φανταστεί. Γεννιούνταν σε πολλά σηµεία υποθετικές εκδοχές της εαυτής µου. Τι θα γινόταν π.χ. αν άνοιγα µια κόκκινη τρύπα στη θέση του προσώπου του τάδε κυρίου που µε παρενοχλεί την ώρα που παίζω µουσική στο µαγαζί; Οπότε εδώ δεν είχε να κάνει τόσο πολύ µε την αναζήτηση ενός άλλου χώρου, όσο µε την εξερεύνηση διαφόρων εκδοχών της πραγµατικότητας.

Η επιλογή της µικρής φόρµας είναι µεταβατική για εσάς; Έχετε την αίσθηση ότι κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο;

Δεν ξέρω αν είναι µεταβατική, δεν τη θεωρώ απαραίτητα εύκολη επειδή είναι µικρή. Ωστόσο, µε ενδιαφέρει πολύ και η µεγάλη φόρµα. Είναι µέσα στους επόµενους στόχους µου και στη λογοτεχνία και στο σινεµά. Έχω ξεκινήσει ήδη να δουλεύω για επόµενα έργα µεγάλης έκτασης. Τώρα, για το αν κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο η µικρή φόρµα δεν µπορώ να απαντήσω ακριβώς. Συχνά τέτοιου είδους τοποθετήσεις έχουν εµµέσως ένα κάτω κείµενο: "Γράφουν όλο και πιο πολλά άτοµα και γράφουν µικρή φόρµα γιατί είναι κάτι εύκολο και τεµπέλικο. Πού είναι ένα µεγάλο σοβαρό µυθιστόρηµα;". Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν µε αφορά. Λατρεύω τα διηγήµατα της Lispector, της Berlin, της Erpenbeck, του Carver, του Cortazar, και θα µπορούσα να απαριθµώ για ώρα ονόµατα, όπως λατρεύω και τα µυθιστορήµατα. Μου προκαλούν µια άλλη αίσθηση, έχουν µια άλλη λειτουργία. Ωστόσο, δεν είναι πιο εύκολα τα διηγήµατα και η ποίηση λόγω της µικρής τους έκτασης. Εκεί µπαίνουν άλλες δυσκολίες.

christina
Photo: Γιάννης Καραμπάτσος

Επίσης, προέρχεστε από το θέατρο και το σινεµά. Η εναλλαγή σε αυτές τις φόρµες, αν συνυπολογίσουµε την ποίηση και τα διηγήµατα, είναι εύκολη για εσάς;

Με το θέατρο δεν ασχολούµαι πια. Όµως µεγάλωσα και ενηλικιώθηκα µέσα σε αυτό, µε έχει διαµορφώσει καλλιτεχνικά όσο τίποτε άλλο. Η εναλλαγή ανάµεσα στο σενάριο και τη σκηνοθεσία από τη µία και τη συγγραφή από την άλλη είναι ανανεωτική για εµένα. Το ένα κάτι δίνει στο άλλο. Δεν είναι πάντα εύκολο, γι' αυτό φροντίζω στην αµιγώς δηµιουργική διαδικασία της κάθε δουλειάς µου, τα δύο είδη να µην αλληλοεπικαλύπτονται. Για παράδειγµα, όταν έγραφα τα διηγήµατα, ήξερα ότι είχα µήνες µπροστά µου, γιατί η ταινία µου τότε περίµενε έγκριση χρηµατοδότησης οπότε δεν είχα γυρίσµατα ή πρακτική προεργασία γι' αυτήν. Κι όµως, η συγγραφή των διηγηµάτων λειτούργησε σαν προετοιµασία σε δηµιουργικό επίπεδο για τη σκηνοθεσία της ταινίας µου.

Υπάρχουν περάσµατα χαρακτηριστικών από τη µια φόρµα στην άλλη έτσι όπως τις διαχειρίζεστε;

Ναι! Τρέφω έναν απεριόριστο θαυµασµό και περιέργεια γι' αυτό που µας συµβαίνει όταν κοιµόµαστε, για τα όνειρα που βλέπουµε. Αυτό το στοιχείο µπαίνει συνεχώς —µε άλλο τρόπο— και στην οπτικοποίηση των ιστοριών µου στο σινεµά και στον τρόπο που αφηγούµαι µέσα στα βιβλία. Είναι µια πυκνή αίσθηση, σαν να έχει ο αέρας µια χειροπιαστή υφή και µπορείς να τον αγγίξεις. Επίσης, µου αρέσουν οι χαρακτήρες που διαρκώς αµφιβάλλουν, που οριακά αυτοσαµποτάρονται, µου αρέσουν το χιούµορ και η µαλακότητα και ας µην µπορώ να ξεχάσω το χάος. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι εργαλεία δουλειάς για εµένα, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο σινεµά.

Στους δηµιουργούς υπάρχει η ανησυχία της έκθεσης και κυρίως η έκθεση του προσωπικού βιώµατος. Οι γυναίκες έχουµε µεγαλύτερα εµπόδια και ανασφάλειες να το καταγράψουµε;

Οι θηλυκότητες —και χρησιµοποιώ αυτή τη λέξη επίτηδες—έχουµε µεγαλύτερα εµπόδια και ανασφάλειες γενικώς. Για το πώς, τι ώρα, µε ποιον θα περπατήσουµε στον δρόµο µέχρι το τι θα φορέσουµε, πώς θα κοιτάξουµε και τι θα πούµε. Για το πώς θα υπάρχουµε εν γένει. Οπότε ναι, αυτό συµβαίνει και στην αφήγηση. Η γραφή για εµένα είναι πάνω από όλα σωµατική διαδικασία. Σε ακούς και ξεχύνεσαι. Η σχέση µε τα σώµατά µας είναι αποδυναµωµένη, έχουµε διαµορφωθεί µέσα στην πατριαρχία. Έχουµε κληρονοµήσει µια πατριαρχική γλώσσα και, κυρίως, έχουµε εµπεδώσει συνειδητά ή ασυνείδητα έναν πατριαρχικό τρόπο να ακούµε τα ίδια µας τα σώµατα. Φυσικά, ανοίγουµε τις ρωγµές σε αυτό το καύκαλο και µας βρίσκουµε όπως µπορούµε. Αλλά θέλει χρόνο, ενέργεια και µια συνεχή διαδικασία µέσα στην οποία διανοούµαστε, φανταζόµαστε από το µηδέν ποιες είµαστε ή, τουλάχιστον, ποιες σίγουρα δεν είµαστε.

christina
Photo: Μαλαματή Πετρίδου

Νιώθετε ότι το βίωµά µας —όχι µόνο ως εµπειρία— υπάρχει πιο ελεύθερο πλέον στις τέχνες ή σε οποιονδήποτε άλλο τρόπο καταγραφής;

Η ίδια η έννοια της τέχνης εµπεριέχει το βίωµα, αλλιώς είναι µια απλή περιγραφή. Όχι απαραίτητα το πραγµατικό, εµπειρικό, προσωπικό βίωµα, αλλά κάποιου είδους σύνδεση σωµατική, οργανική µε αυτό που αποδίδουµε µέσω της τέχνης µας. Οπότε δεν νοµίζω ότι δεν συνέβαινε αυτό παλιότερα, ίσως ήταν πιο καλυµµένη αυτή η σύνδεση, πράγµα που το βρίσκω όµορφο σε πολλές περιπτώσεις, άχαρο σε άλλες. Θέλω να πω, τα είδη από µόνα τους, π.χ. fiction ή autofiction, δεν µου λένε τίποτα. Το θέµα είναι πώς τα χρησιµοποιείς.

Εσείς πόσο άνετα διαχειρίζεστε την καταγραφή του προσωπικού; Ήταν κάπως πιο δύσκολο στην ποίηση;

Δεν βλέπω ενοχικά την καταγραφή ενός προσωπικού µου βιώµατος. Ούτως ή άλλως, όταν επιλέγω να το αφηγηθώ σταµατά να είναι προσωπικό και γίνεται κάτι άλλο, σαν ένα εκδηλωµένο φαινόµενο, µια βροχή που µου συνέβη, ένα ηλιοβασίλεµα. Είτε στην ποίηση είτε στο πεζό, έτσι το βλέπω. Δεν το γράφω µε κουτσοµπολίστικους όρους —"κοίτα να δεις τι µου συνέβη"— όπως δεν αντιµετωπίζω µε αυτούς τους όρους όταν διαβάζω βιβλία άλλων. Αν η ιστορία, η εικόνα, η µεταφορά, ο στίχος µε αφορά, µε αφορά όχι επειδή συνέβη όντως στο υποκείµενο που γράφει, αλλά επειδή µε τον έναν ή µε τον άλλο τρόπο µού χτυπάει φλέβα, επικοινωνεί µαζί µου.

christina

Και στην Άπω Αργεντινή και στα διηγήµατα υπάρχουν µικρές... τσιµπιές υπενθύµισης βίας που νιώθω ότι µοιάζουν απαραίτητες, αλλά τοποθετηµένες από εσάς µε τρυφερότητα. Κάνω λάθος;

Μακάρι να το έχω πετύχει αυτό. Προσπαθώ να γράφω όπως θα ήθελα να µου µιλάνε οι άλλοι. Και όταν ακούω κάτι από έναν άλλο άνθρωπο και αυτό κάπως εµπεριέχει το αντίθετό του, τότε αυτή η φωνή βαθαίνει και µε ακουµπάει κυκλωτικά. Δεν χρειάζεται όλα τα έργα που περιέχουν κάποιο είδος βίας να είναι τρυφερά, ωστόσο όταν υπάρχει αντιστικτική αφήγηση, µε έναν περίεργο τρόπο, η βία µού φαίνεται πιο αβάσταχτη και ασυγχώρητη.

Υπάρχει κάποιο σκοινί ή κάτι άλλο που ενώνει τους ήρωες και τις ηρωίδες των διηγηµάτων σας;

Περνούσα µια πολύ µοναχική φάση όταν έγραφα το βιβλίο. Όλες οι ηρωίδες και οι ήρωες είναι µόνοι ή παλεύουν να µείνουν µόνοι. Δεν έχουν πειστεί καθόλου για την αναγκαιότητα της συνύπαρξης. Επίσης, είναι όλοι κάπως τελειωµένοι, δεν έχουν να περιµένουν πολλά από τη ζωή τους. "Σαν να υπάρχει κάτι µέσα µου που έχει ξεραθεί και τέλος", λέει η ηρωίδα στο διήγηµα Για την Ταινία της. Είναι εντάξει όµως µε αυτό. Βλέπουν τη ζωή µε ένα περίεργο χιούµορ. Επίσης, νοµίζω ότι όλες και όλοι ζουν πιο πολύ µέσα στο κεφάλι τους παρά στην πραγµατικότητα. Και επίσης, κάποια στιγµή, τους έρχεται µια περίεργη επιφοίτηση, µια πολύ προσωπική αποκάλυψη.

Σας ενδιαφέρει η σύνδεση µε το κοινό, την επιδιώκετε; Πώς θα την περιγράφατε αν αυτή υπάρχει και την αντιλαµβάνεστε;

Με ενδιαφέρει, ναι. Με την έννοια της επικοινωνίας. Της µικρής γεφυρούλας πάνω στην οποία µπορούµε να περπατήσουµε για λίγο ή για πολύ µαζί. Κάπως έτσι το νιώθω, ότι κάτι που έφτιαξα ή που έφτιαξες ή που έφτιαξε µας βάζει για λίγο να περπατήσουµε µαζί, να µιλήσουµε γι' αυτό, να ψάξουµε προς αυτή την κατεύθυνση και να αλληλοεµπνευστούµε, να αλληλοαπορριφθούµε ή να συµφωνήσουµε στα µισά. Το θέµα είναι ότι κάτι διακυβεύεται µε έναν παιδικό τρόπο, όχι µε την έννοια της αφέλειας, αλλά µε την έννοια του παιχνιδιού και της αφοσίωσης σε κάτι τόσο "άχρηστο" όσο ένα βιβλίο ή µια ταινία.

Τους ήρωες και τις ηρωίδες σας τους σκέφτεστε καµιά φορά να συνεχίζουν πέρα από το τέλος που τους δίνετε;

Πάρα πολύ! Βλέπω κάτι και σκέφτοµαι "αυτό θα άρεσε πολύ στην Κ." ή "έτσι θα στεκόταν, καµπουριαστός, την ώρα που µαγείρευε ο Νίκος". Οι ήρωές µου είναι φίλοι µου και τους έχω συνεχώς µέσα στο κεφάλι µου.

christina

Ποια είναι η σχέση σας µε τις υπόλοιπες φόρµες αυτό τον καιρό;

Μόλις ολοκληρώσαµε µε µια καταπληκτική οµάδα την τρίτη µου ταινία µυθοπλασίας µικρού µήκους και αναµένουµε την πρεµιέρα της. Αυτό το φθινόπωρο έγραψα το πρώτο µου σενάριο µεγάλου µήκους. Κατά τα άλλα, διαβάζω µε λαιµαργία λογοτεχνία. Κρατάω σηµειώσεις για κάτι που στο µέλλον ίσως να γίνει µυθιστόρηµα.

Εσείς τι επιλέγετε να διαβάσετε και πώς;

Έχω κάποιες αγαπηµένες και αγαπηµένους συγγραφείς που ξεκοκαλίζω και µετά τους ξαναπιάνω ανά τακτά διαστήµατα. Διαβάζω ταυτόχρονα πολλή σύγχρονη λογοτεχνία, κυρίως από γυναίκες συγγραφείς, κουίρ, φεµινιστικά βιβλία, όλες αυτές τις φωνές που έχουν σπάσει το φράγµα και έχουν ξεχυθεί, κι ας γκρινιάζουν όσο θέλουν αυτοί που ξεβολεύονται. Όταν πιάνω ένα άγνωστο βιβλίο στα χέρια µου, δεν διαβάζω ποτέ την περιγραφή από πίσω, ούτε κάποιου είδους περίληψη. Με φέρνουν πάντα σε πολύ δύσκολη θέση οι "περιλήψεις". Ανοίγω το βιβλίο σε µια τυχαία σελίδα και διαβάζω, µετά σε µια άλλη και διαβάζω. Ανάλογα µε το πώς νιώθω, το παίρνω ή όχι. Προσπαθώ να διαφυλάσσω την παιδική µου αγάπη και περιέργεια για τα βιβλία. Όταν ήµουν µικρή, κάθε βιβλίο ήταν για εµένα ένα ξεχωριστό µαγικό αντικείµενο µε τη µυρωδιά του, τη συµπεριφορά του και τον χαρακτήρα του.

Έχουν αυτή τη στιγµή οι θηλυκότητες την καλύτερη δυνατή αντιµετώπιση στην ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχει δικαιοσύνη και ειλικρινής αναγνώριση;

Κατ’ αρχάς, οι θηλυκότητες στην ελληνική κοινωνία δεν έχουν τη θέση και τον χώρο που δικαιωµατικά τους ανήκει. Οπότε δεν θα µπορούσε να ισχύει κάτι άλλο και στη λογοτεχνία. Τώρα, το ότι για λόγους ξεπλύµατος και "συµπερίληψης" —που θυµίζει πιο πολύ branding εταιρειών παρά πραγµατική πολιτική συµπερίληψη— βλέπουµε παντού να υπερδιαφηµίζεται το πόσα κουίρ άτοµα ή θηλυκότητες έχουν συµπεριληφθεί στο τάδε ή στο δείνα φεστιβάλ κ.λπ., δεν σηµαίνει ουσιαστικά κάτι για τις ζωές µας. Ενδυναµωνόµαστε µεταξύ µας, δίνουµε χώρο η µία στην άλλη και τον αποκτούµε βάζοντας τα σώµατά µας µπροστά, µεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτό αντιλαµβάνοµαι ότι συµβαίνει και αυτό µε συγκινεί. Σίγουρα υπάρχει πιο πολύς χώρος για εµάς τώρα από ό,τι πριν από είκοσι χρόνια, αλλά αυτό δεν είναι επιχείρηµα για να πούµε "α, εντάξει φτάσαµε". Πουθενά δεν φτάσαµε. Επίσης, ποιες είναι οι γυναίκες που µπορούν να γράφουν; Φυσικά µπαίνει και το ταξικό µέσα σε αυτό, όχι µόνο το έµφυλο. Για να γράφεις χρειάζεσαι άδειο χρόνο. Και αυτό σηµαίνει είτε ότι έχεις λυµένο το βιοποριστικό σου είτε ότι κάνεις µια πληρωµένη εργασία και µια απλήρωτη που είναι το γράψιµο. Άρα, για τις µη ευκατάστατες συγγραφείς, καταλαβαίνουµε ότι γράφουν µε όρους εξάντλησης, στο περιθώριο της ηµέρας τους, στο ανάµεσα από κάτι. Επίσης, σε πόσες τρανς συγγραφείς, ή καλύτερα συγγράφισσες —για να χρησιµοποιήσω τη λέξη της αγαπηµένης µου Γιώτας Τεµπρίδου— δίνεται η ευκαιρία να εκδώσουν τα βιβλία τους; Σε πόσες προσφύγισσες;

Με αφορµή τον τίτλο του βιβλίου σας, πότε καταλαβαίνετε ότι συµβαίνει αληθινά κάτι; Τι θα θέλατε να συµβεί µε τη συγγραφική σας ταυτότητα;

Όταν αφήνει πίσω του ένα ίχνος, την παραµικρή αλλαγή. Μπορεί να είναι αόρατη αυτή η αλλαγή, αλλά να υπάρχει. Για τη συγγραφική µου ταυτότητα δεν ξέρω, δεν θέλω να έχω επιδιώξεις, θέλω να πηγαίνω όπου έχω ανάγκη να πάω. Ή να µένω ακίνητη. Αν έχω κάποια υποχρέωση επιτυχίας µέσα στο κεφάλι µου, τότε αυτό είναι ένα από τα χειρότερα είδη σκλαβιάς. Θέλω να θυµάµαι γιατί ξεκίνησα να γράφω και αυτό να το κρατάω ζωντανό µέσα µου. 

Το βιβλίο Τώρα Όµως δεν Έχουν Συµβεί Όλα Αυτά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κείµενα και το Άπω Αργεντινή από τις εκδόσεις Σµίλη.