Η λέξη "performative" άρχισε να εμφανίζεται όλο και συχνότερα στα social media –εκεί όπου γεννιούνται πλέον νέες λέξεις ή αποκτούν καινούργιες σημασίες– για να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε κάτι και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να φαίνεται ότι το κάνουμε. Η πρώτη viral εμφάνισή του ήταν μπροστά από τη λέξη "male". Ο όρος "performative male" θέλησε να περιγράψει τον άνδρα που επιθυμεί κυρίως να γοητεύσει τις γυναίκες δηλώνοντας φεμινιστής, κρατώντας tote bag με λογότυπα μουσείων, μουσικών ή κινηματογραφικών φεστιβάλ, t-shirts ή κάλτσες με συνθήματα κατά της πατριαρχίας, διαβάζοντας βιβλία Λατινοαμερικανών συγγραφέων, αναπαράγοντας θέσεις φεμινιστικής θεωρίας.
Από εκεί και μετά, το performative άρχισε να κάνει την εμφάνιση όλο και πιο συχνά. Το πιο πρόσφατο viral παράδειγμα είναι το performative reading. Δεν υπήρξε άλλο καλοκαίρι που να ενημερωθήκαμε τόσο για το τι διαβάζουν influencers, celebrities, social-media darlings, άσημοι χρήστες και, φυσικά, οι φίλοι μας. Όλοι αυτοί φωτογραφήθηκαν με τα βιβλία που πήραν μαζί τους στις διακοπές –είτε τα διάβασαν είτε όχι– κάνοντάς μας είναι η αλήθεια να αναρωτηθούμε πότε άρχισαν ξαφνικά να διαβάζουν τόσο πολύ και πότε έγινε το διάβασμα τόσο cool.
Το ενδιαφέρον δεν εντοπίζεται όμως μόνο στο ότι φαίνεται να διαβάζουμε περισσότερο ή στο ότι θέλουμε να δείξουμε ότι διαβάζουμε. Βρίσκεται και στο τι διαβάζουμε. Τα βιβλία που εμφανίζονται στα posts και στα stories δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερα. Λένε κάτι για εμάς, ή τουλάχιστον για την εκδοχή του εαυτού μας που θέλουμε να παρουσιάσουμε. Αυτή που φανερώνει ότι είμαστε ενημερωμένοι, ευαίσθητοι, περίεργοι, πολιτικοποιημένοι, λίγο πιο ψαγμένοι από τον διπλανό μας.
Δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να αντιληφθεί κανείς ότι σε όποιον δεν είχε διαβάσει το πάνω από 800 σελίδες Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια ίσως και να του απαγορευόταν η αποβίβαση από το πλοίο στην επιστροφή του από τις Μικρές Κυκλάδες. Ωστόσο, η στροφή της ψηφιακής φυλής προς την ανάγνωση έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό στο TikTok. Στο πόσο δημοφιλές έχει γίνει το διάβασμα μεγάλο ρόλο έπαιξαν και τα celebrity book clubs, όπως εκείνο της Dua Lipa, ή η συμμετοχή celebrities, όπως η Sarah Jessica Parker, σε επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων.
Με αυστηρότητα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το διάβασμα απέκτησε τη δική του εικόνα. Και μαζί με το βιβλίο άρχισε να κυκλοφορεί και η εικόνα του ανθρώπου που το διαβάζει, αλλά ταυτόχρονα και η δυσπιστία απέναντι σε αυτήν.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΕΤΑ-ΕΠΙΓΝΩΣΗ
Η δημοσιογράφος και trend analyst J’Nae Phillips στην προσωπική της σελίδα Fashion Tingz στο Substack γράφει για τον όρο performative: "Χρησιμοποιείται πλέον για να καταγγείλει συμπεριφορές που μοιάζουν υπολογισμένες, ανειλικρινείς ή βελτιστοποιημένες για ένα κοινό". Η ίδια επίσης πιστεύει ότι η δημοτικότητα του όρου σηματοδοτεί μια πολιτισμική στροφή προς τη μετα-επίγνωση.
"Οι άνθρωποι δεν ανεβάζουν απλώς πράγματα. Αναλύουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο ανεβάζουν όλοι οι άλλοι και γιατί", αναφέρει χαρακτηριστικά. "Η λέξη έχει γίνει ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε τη συλλογική μας δυσπιστία απέναντι στην αυθεντικότητα των ψηφιακών χώρων". Ως περιγραφικός πολιτισμικός όρος, αποτυπώνει, σύμφωνα με την ίδια, "το άγχος γύρω από την αυθεντικότητα σε έναν κόσμο υπερβολικά ορατό και διαμορφωμένο από τους αλγόριθμους".
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα παράδοξο. Έχουμε αναζητήσει τα τελευταία χρόνια τόσο πολύ την αυθεντικότητα σε κουλτούρες, στη διασκέδαση, στην αισθητική ώστε καταλήξαμε να πετύχουμε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: να απομακρυνόμαστε από αυτή, τόσο που τώρα να πρέπει να την αποδείξουμε στις επιλογές μας. Σε αυτό έχει παίξει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε πλέον την εμπειρία –ακόμα και τη συλλογική–, αλλά και το τι είναι προσωπικό.
Υπάρχει κάτι παράξενο στο να πηγαίνεις σε μια συναυλία και να αισθάνεσαι σχεδόν υποχρεωμένος να τη θυμάσαι πριν ακόμη τελειώσει. Όχι να τη θυμάσαι πραγματικά, αλλά να την καταγράψεις. Να σηκώσεις το κινητό, να τραβήξεις μερικά δευτερόλεπτα, να ανεβάσεις το βίντεο και να γράψεις με κεφαλαία "ΤΙ ΖΗΣΑΜΕ". Η εμπειρία δεν είναι μόνο κάτι που συνέβη σε εμάς, αλλά κάτι που πρέπει να αποδείξουμε στους άλλους ότι συνέβη και μάλιστα ήταν αξεπέραστο. "ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ". "ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ". "ΑΛΗΘΙΝΟ".
Αυτό θα μπορούσε να είναι χαριτωμένο και ίσως ασήμαντο, αν δεν είχε γίνει τόσο συχνό και επαναλαμβανόμενο· στον τρόπο που φωτογραφίζουμε τα βιβλία που διαβάζουμε, στις εκθέσεις που επισκεπτόμαστε, στα εστιατόρια που επιλέγουμε, στους ανθρώπους με τους οποίους φωτογραφιζόμαστε, στα ταξίδια που αφηγούμαστε, αλλά και στην ταχύτητα με την οποία σπεύδουμε να τα κρίνουμε κυρίως αποθεώνοντάς τα.
Οι περισσότερες από αυτές τις πράξεις μπορεί να είναι απολύτως πραγματικές. Πηγαίνουμε πράγματι στη συναυλία. Διαβάζουμε το βιβλίο. Μας αρέσει η έκθεση. Κι όμως, δίπλα στην εμπειρία έχει αναπτυχθεί μια δεύτερη ανάγκη να πείσουμε για την αυθεντικότητά της. Αυτή η προσπάθεια να πείσουμε, περισσότερο από ποτέ, είναι που κάνει τη διαφορά.
Ο Καναδός κοινωνιολόγος Erving Goffman, πολύ πριν από τα social media, είχε περιγράψει την κοινωνική αλληλεπίδραση ως μια διαρκή διαδικασία παρουσίασης του εαυτού. Οι άνθρωποι διαχειρίζονται τις εντυπώσεις που δημιουργούν, προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το κοινό και κατασκευάζουν, μέσα από αυτές τις μικρές καθημερινές παραστάσεις, μια εικόνα του εαυτού τους.
Η σύγχρονη τεχνολογία δεν δημιούργησε αυτή την ανάγκη. Την έκανε όμως σχεδόν μόνιμη και επιτακτική και ίσως πέτυχε και κάτι ακόμα πιο βαθύ: μας έκανε να θέλουμε να επιμελούμαστε τον εαυτό μας σχεδόν χωρίς διακοπή, όχι μόνο όταν βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιον άλλον αλλά και όταν είμαστε μόνοι μας. Σαν να έχουμε αφομοιώσει την ανησυχία για το πώς δείχνουμε, ακόμα και όταν δεν μας βλέπει κανείς.
Έτσι μας γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσουμε την εμπειρία από την αναπαράστασή της και κυρίως από τον αντίκτυπό της. Με απλά λόγια, το βιβλίο που διαβάζουμε είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο και ένα αντικείμενο που μπορεί να σηματοδοτήσει το πολιτισμικό μας κεφάλαιο. Το ταξίδι είναι ταξίδι, αλλά είναι επίσης μια αφήγηση για τον τρόπο που ζούμε. Το ρούχο είναι ρούχο, αλλά είναι επίσης δήλωση γούστου που περιμένουμε να αξιολογηθεί. Δεν θέλουμε απλώς να αρέσουμε. Θέλουμε να αποκτήσουμε περισσότερη αξία μέσα από τις επιλογές μας.
Ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu είχε επισημάνει πόσο στενά συνδέεται το γούστο με την κοινωνική διάκριση. Σύμφωνα με εκείνον, δεν επιλέγουμε απλώς αυτό που μας αρέσει, αλλά μέσα από τις επιλογές μας τοποθετούμε τον εαυτό μας σε έναν κοινωνικό και πολιτισμικό χάρτη. Σήμερα αυτός ο χάρτης έχει μεταφερθεί στην οθόνη και έχει γίνει πολύ πιο δημόσιος.
Και κάπου εδώ η performance αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την απλή ανάγκη να δείχνουμε ενδιαφέροντες. Θέλουμε να δείχνουμε ότι είμαστε καλοί και ηθικοί.
ΚΟΙΤΑ ΜΑΜΑ, ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ
Έτσι, αυτή η έννοια της performance εισέρχεται και στον τρόπο που αποφασίζουμε να συμπεριφερόμαστε ως πολιτικά όντα. Αντιμετωπίζουμε τα social media ως έναν χώρο όπου παρουσιάζουμε τον πολιτικό μας εαυτό. Είναι πολύ διαφορετικό να χρησιμοποιείς ένα μέσο για να οργανώσεις ανθρώπους για έναν σκοπό, να διακινήσεις πληροφορίες, να συγκεντρώσεις χρήματα ή να ασκήσεις πίεση και άλλο να χρησιμοποιείς το ίδιο μέσο για να καταστήσεις ορατή τη δική σου θέση απέναντι σε ένα ζήτημα.
Τα δύο πράγματα μπορούν φυσικά να συνυπάρχουν. Μια ανάρτηση μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτική πράξη και δημόσια δήλωση ταυτότητας. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η δεύτερη λειτουργία αρχίζει να επισκιάζει την πρώτη. Όταν το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι πρέπει να γίνει, αλλά και τι πρέπει να δείξω ότι πιστεύω για να είμαι με τους "καλούς".
Η παρατήρηση αυτή είναι άβολη ακριβώς επειδή δεν είναι εύκολο να απορριφθεί ως απλή υποκρισία. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία δεν προσποιούνται κατ’ ανάγκη ότι ενδιαφέρονται. Συχνά ενδιαφέρονται πραγματικά. Έχουν συμμετάσχει σε διαδηλώσεις, έχουν προσπαθήσει να αλλάξουν τον τρόπο που μιλούν και έχουν αναθεωρήσει κάποιες από τις αντιλήψεις τους. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά θεωρούνται πολιτική πράξη και διεκδίκηση κι έτσι οι δύο αυτές έννοιες υποβιβάζονται.
Την ίδια στιγμή, οι performative συμπεριφορές μπορούν να οδηγήσουν σε μια μορφή αυτοεπιβεβαίωσης που καταλήγει στο να κοιτάζω τον εαυτό μου τόσο πολύ ώστε τελικά το πολιτικό ερώτημα να επιστρέφει διαρκώς σε εμένα. Τι είπα; Πώς φάνηκα; Ποια θέση πήρα; Ήμουν αρκετά ευαίσθητος; Χρησιμοποίησα τη σωστή λέξη; Με αναγνωρίζουν οι άλλοι ως έναν από τους "καλούς";
Η θεωρητικός του πολιτισμού και συγγραφέας της οποίας οι τομείς έρευνας περιλαμβάνουν την κριτική θεωρία, τις πολιτικές ταυτότητες και τις εικαστικές τέχνες Catherine Liu περιγράφει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ως "ναρκισσιστική μορφή πολιτικοποίησης".
ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ;
Όλες αυτές οι σκέψεις δεν χρειάζεται να μας οδηγήσουν στο αφοριστικό συμπέρασμα ότι δεν είμαστε αληθινοί και ότι προσποιούμαστε διαρκώς. Αυτό το κείμενο δεν είναι κάλεσμα για σιωπή ούτε για ιδιωτικοποίηση. Είναι περισσότερο μια υπενθύμιση ότι η ορατότητα και η δράση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ότι το να δηλώνεις δημόσια μια αξία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι την υπηρετείς, όπως και το να μην τη δηλώνεις δεν σημαίνει ότι αδιαφορείς. Και ότι η διαρκής ανάγκη να αποδεικνύουμε ποιοι είμαστε μπορεί τελικά να μας απομακρύνει από την πιθανότητα να μετακινούμαστε, να αλλάζουμε γνώμη, να ψάχνουμε νέα δεδομένα. Κι έτσι να επαναπαυόμαστε σε αυτό που θεωρούμε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή σωστό και ηθικό.
Για να νιώσουμε ησυχία σε αυτή την παραδοχή ίσως πρέπει αποδεχτούμε ότι το κίνητρό μας σε κάποιες συμπεριφορές μας είναι συχνά διπλό. Κάνουμε κάτι επειδή το θέλουμε και επειδή σημαίνει κάτι για εμάς, αλλά ταυτόχρονα επειδή σημαίνει κάτι για τους άλλους. Η ίδια πράξη μπορεί να είναι αυθεντική και performative.
Άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν για το πώς φαίνονται στους άλλους. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάθε φωτογραφία από μια συναυλία ή κάθε πολιτική ανάρτηση ως σύμπτωμα κοινωνικής παρακμής. Μερικές φορές μια φωτογραφία είναι απλώς μια φωτογραφία. Από την άλλη, το μη δημοσιευμένο δεν είναι αυτομάτως πιο αυθεντικό.
Η σκέψη χρειάζεται χρόνο κατά τον οποίο δεν χρειάζεται να πάρουμε θέση. Η τέχνη χρειάζεται εμπειρίες που δεν είναι ανάγκη να εξηγηθούν αμέσως. Και η ηθική, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, χρειάζεται τη δυνατότητα να υπάρχει χωρίς χειροκρότημα.
Η ιδέα ότι θα μπορούσαμε απλώς να "επιστρέψουμε στην αυθεντικότητα" είναι μάλλον άλλη μία ρομαντική φαντασίωση. Ακόμη και η προσπάθεια να μην είσαι performative μπορεί να γίνει performance. Δεν υπάρχει εύκολη έξοδος από αυτό. Ίσως, τελικά, το αντίδοτο στην performance να μην είναι η αυθεντικότητα αλλά το γεγονός ότι η πράξη και η εμπειρία δεν χρειάζεται να γίνουν αφήγηση.
Ίσως πρέπει να διαβάσεις ένα βιβλίο και να μην αποφασίσεις αμέσως τι λέει για σένα. Να ακούσεις μια συναυλία χωρίς να χρειάζεται να κρατήσεις αποδεικτικό υλικό. Να συμμετάσχεις σε έναν αγώνα χωρίς να μετατρέψεις τη συμμετοχή σου σε προσωπικό χαρακτηριστικό και πολιτικό κεφάλαιο. Να εμπιστευτείς τη μνήμη σου και να μην την υποβιβάσεις σε μια φωτογραφία στο κινητό σου ή σε ένα στόρι που θα εξαφανιστεί.
Η ζωή, άλλωστε, δεν είναι μόνο αυτό που μπορούμε να δείξουμε ότι κάναμε. Υπάρχει και ένα μέρος της που συμβαίνει πριν βρούμε τη σωστή λέξη γι’ αυτό, πριν καταλάβουμε τι σημαίνει, πριν αποφασίσουμε ποιον ρόλο παίζουμε. Ίσως αυτό το ατελές, μη επεξεργασμένο κομμάτι της εμπειρίας να είναι ακριβώς το κομμάτι που αξίζει να προστατεύσουμε. Όχι επειδή είναι πιο αγνό. Αλλά επειδή είναι ακόμη ζωντανό, ενεργό και ελεύθερο.


